Ancient Greek-English Dictionary Language

μεμπτός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μεμπτός μεμπτή μεμπτόν

Structure: μεμπτ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. to be blamed, blameworthy, contemptible
  2. throwing blame upon

Examples

  • ἥ τε γὰρ τῶν λόγων παρασκευὴ οὐ μεμπτὴ καὶ ἡ ἱστορία πολλὴ καὶ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων καὶ ὅτι ἕκαστα σαφῶσ ἐλέγετο, καὶ τὸ μέγιστον, ὅτι χρήσιμα πᾶσιν ἦν, καὶ μάλιστα τοῖσ πεπαιδευμένοισ, ὡσ μὴ ὑπ̓ ἀγνοίασ σφᾶσ αὐτοὺσ εἰσ δουλείαν ὑπάγοιεν. (Lucian, Apologia 9:1)
  • οὐ μεμπτὴ γάρ, ὡσ ἐμοὶ φαίνεται. (Lucian, Imagines, (no name) 16:7)
  • ὀφθαλμοὶ πολὺ τὸ γοργὸν καὶ ἔνθεον διεμφαίνοντεσ, φώνημα ἥδιστόν τε ἅμα καὶ λαμπρότατον καὶ ὅλωσ οὐδαμόθεν μεμπτὸσ ἦν ταῦτά γε. (Lucian, Alexander, (no name) 3:3)
  • εἰ δὲ ἑτέρου τινόσ ἐστιν ὁ λόγοσ, ὥσ περ ἔστιν, ὁ κατηγορῶν, ἃ μὴ προσῆκε, τοῦ ἀνδρὸσ μεμπτότεροσ. (Dionysius of Halicarnassus, chapter 15 1:11)
  • εἰπὲ γάρ μοι, πρὸσ πανδήμου καὶ Γενετυλλίδων καὶ Κυβήβησ πῇ σοι μεμπτὸν καὶ γέλωτοσ ἄξιον τοὔνομα εἶναι ἔδοξεν ἡ ἀποφρὰσ ; (Lucian, Pseudologista, (no name) 8:1)
  • οὐ μεμπτόσ. (Euripides, Iphigenia in Aulis, episode, anapests 3:31)
  • οὐδὲν σὺ μεμπτόσ· (Euripides, Helen, episode 1:14)
  • οὐ μεμπτὸσ ἡμῖν ὁ γάμοσ ἐσ τόδ’ ἡμέρασ. (Euripides, Phoenissae, episode, lyric 5:50)
  • οὐ λέγω δὲ ὅτι Τιμολέων μεμπτόσ ἐστιν οἰκίαν τε καλὴν λαβὼν καὶ χωρίον· (Plutarch, Comparison of Timoleon and Aemilius, chapter 2 4:2)

Synonyms

  1. to be blamed

  2. throwing blame upon

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION