- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατεῖπον?

동사; 자동번역 로마알파벳 전사: kateipon 고전 발음: [까떼] 신약 발음: [까띠뽄]

기본형: κατεῖπον

형태분석:

어원: used as aor2 to καταγορεύω. (κατερῶ being the fut.)

  1. 고소하다, 기소하다, 고발하다, 비난하다
  2. 보고하다, 선언하다, 신고하다, 알리다, 말하다
  3. 말하다, 이야기하다
  1. to speak against or to the prejudice of, accuse, denounce
  2. to speak out, tell plainly, declare, report
  3. to tell

활용 정보

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κάτειπον

(나는) 고소했다

κάτειπες

(너는) 고소했다

κάτειπε(ν)

(그는) 고소했다

쌍수 κατείπετον

(너희 둘은) 고소했다

κατειπέτην

(그 둘은) 고소했다

복수 κατείπομεν

(우리는) 고소했다

κατείπετε

(너희는) 고소했다

κάτειπον

(그들은) 고소했다

명령법단수 κατείπε

(너는) 고소했어라

κατειπέτω

(그는) 고소했어라

쌍수 κατείπετον

(너희 둘은) 고소했어라

κατειπέτων

(그 둘은) 고소했어라

복수 κατείπετε

(너희는) 고소했어라

κατειπόντων

(그들은) 고소했어라

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἢν μὲν γὰρ κατείπῃ σοῦ τις ψιθυρὸς οἰκέτης, ὡς μόνος οὐκ ἐπῄνεις τὸν τῆς δεσποίνης παιδίσκον ὀρχούμενον ἢ κιθαρίζοντα, κίνδυνος οὐ μικρὸς ἐκ τοῦ πράγματος. (Lucian, De mercede, (no name) 28:1)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 28:1)

  • ὥστ εἰκὸς ἡμᾶς μὴ βραδύνειν ἔστ ἐπαναμενούσας πώγωνας ἐξηρτημένας, μὴ καὶ τις ὄψεθ ἡμᾶς χἠμῶν ἴσως κατείπῃ. (Aristophanes, Ecclesiazusae, Parodos, antistrophe1)

    (아리스토파네스, Ecclesiazusae, Parodos, antistrophe1)

  • μὴ πρὸς τῶν θεῶν ἡμῶν κατείπῃς, ἀντιβολῶ σε δέσποτα. (Aristophanes, Peace, Choral, strophe 1 1:19)

    (아리스토파네스, Peace, Choral, strophe 1 1:19)

  • μή μοι κατείπῃς σῷ κασιγνήτῳ πόσιν τόνδ εἰς ἐμὰς ἥκοντα φιλτάτας χέρας, σῷσον δέ, λίσσομαί σε: (Euripides, Helen, episode, dialogue 8:2)

    (에우리피데스, Helen, episode, dialogue 8:2)

  • φέρε νυν κατείπω τοῖς θεαταῖς τὸν λόγον, ὀλίγ ἄτθ ὑπειπὼν πρῶτον αὐτοῖσιν ταδί, μηδὲν παρ ἡμῶν προσδοκᾶν λίαν μέγα, μηδ αὖ γέλωτα Μεγαρόθεν κεκλεμμένον. (Aristophanes, Wasps, Prologue 2:1)

    (아리스토파네스, Wasps, Prologue 2:1)

  • Μελάνιππος δ ἦν τὰ παιδικά, ὥς φησιν Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ περὶ Ἐρωτικῶν, οὗτοι φανέντες ἐπιβουλεύοντες Φαλάριδι καὶ βασανιζόμεναι ἀναγκαζόμενοί τε λέγειν τοὺς συνειδότας οὐ μόνον οὐ κατεῖπον, ἀλλὰ καὶ τὸν Φάλαριν αὐτὸν εἰς ἔλεον τῶν βασάνων ἤγαγον, ὡς ἀπολῦσαι αὐτοὺς πολλὰ ἐπαινέσαντα. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 78 1:1)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 78 1:1)

  • οἱ δὲ καθ ὑπεροψίαν ἤδη τοῦ Φιλώτου τραπόμενοι πρὸς ἕτερον καὶ δι ἐκείνου τῷ Ἀλεξάνδρῳ προσαχθέντες πρῶτον μὲν τὰ τοῦ Λίμνου κατεῖπον, ἔπειτα παρεδήλωσαν ἡσυχῇ τὸν Φιλώταν, ὡς ἀμελήσειεν αὐτῶν δὶς ἐντυχόντων. (Plutarch, Alexander, chapter 49 4:1)

    (플루타르코스, Alexander, chapter 49 4:1)

  • καὶ οὗτοι στρεβλούμενοι σφῶν τε αὐτῶν κατεῖπον τὴν ἐπιβουλὴν καί τινας καὶ ἄλλους ὠνόμασαν. (Arrian, Anabasis, book 4, chapter 13 7:6)

    (아리아노스, Anabasis, book 4, chapter 13 7:6)

  • Ἀλέξανδρος δὲ ξυλλαβὼν τοὺς Μάγους τοὺς φύλακας τοῦ τάφου ἐστρέβλωσεν, ὡς κατειπεῖν τοὺς δράσαντας, οἱ δὲ οὐδὲν οὔτε σφῶν οὔτε ἄλλου κατεῖπον στρεβλούμενοι, οὐδὲ ἄλλῃ πῃ ἐξηλέγχοντο ξυνειδότες τῷ ἔργῳ: (Arrian, Anabasis, book 6, chapter 29 11:1)

    (아리아노스, Anabasis, book 6, chapter 29 11:1)

유의어

  1. 고소하다

  2. 보고하다

  3. 말하다

관련어

명사

형용사

동사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION