헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαφράζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαφράζω διαφράσω

형태분석: δια (접두사) + φράζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to speak distinctly, tell plainly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφράζω

διαφράζεις

διαφράζει

쌍수 διαφράζετον

διαφράζετον

복수 διαφράζομεν

διαφράζετε

διαφράζουσιν*

접속법단수 διαφράζω

διαφράζῃς

διαφράζῃ

쌍수 διαφράζητον

διαφράζητον

복수 διαφράζωμεν

διαφράζητε

διαφράζωσιν*

기원법단수 διαφράζοιμι

διαφράζοις

διαφράζοι

쌍수 διαφράζοιτον

διαφραζοίτην

복수 διαφράζοιμεν

διαφράζοιτε

διαφράζοιεν

명령법단수 διαφράζε

διαφραζέτω

쌍수 διαφράζετον

διαφραζέτων

복수 διαφράζετε

διαφραζόντων, διαφραζέτωσαν

부정사 διαφράζειν

분사 남성여성중성
διαφραζων

διαφραζοντος

διαφραζουσα

διαφραζουσης

διαφραζον

διαφραζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφράζομαι

διαφράζει, διαφράζῃ

διαφράζεται

쌍수 διαφράζεσθον

διαφράζεσθον

복수 διαφραζόμεθα

διαφράζεσθε

διαφράζονται

접속법단수 διαφράζωμαι

διαφράζῃ

διαφράζηται

쌍수 διαφράζησθον

διαφράζησθον

복수 διαφραζώμεθα

διαφράζησθε

διαφράζωνται

기원법단수 διαφραζοίμην

διαφράζοιο

διαφράζοιτο

쌍수 διαφράζοισθον

διαφραζοίσθην

복수 διαφραζοίμεθα

διαφράζοισθε

διαφράζοιντο

명령법단수 διαφράζου

διαφραζέσθω

쌍수 διαφράζεσθον

διαφραζέσθων

복수 διαφράζεσθε

διαφραζέσθων, διαφραζέσθωσαν

부정사 διαφράζεσθαι

분사 남성여성중성
διαφραζομενος

διαφραζομενου

διαφραζομενη

διαφραζομενης

διαφραζομενον

διαφραζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to speak distinctly

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION