헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατασκευάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατασκευάζω

형태분석: κατα (접두사) + σκευάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 갖추다, 채비하다, 장착하다
  2. 건설하다, 짓다, 세우다
  3. 얽다, 거짓말하다, ~인 척하다
  1. equip, furnish with
  2. construct, build
  3. fabricate, trump up

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασκευάζω

(나는) 갖춘다

κατασκευάζεις

(너는) 갖춘다

κατασκευάζει

(그는) 갖춘다

쌍수 κατασκευάζετον

(너희 둘은) 갖춘다

κατασκευάζετον

(그 둘은) 갖춘다

복수 κατασκευάζομεν

(우리는) 갖춘다

κατασκευάζετε

(너희는) 갖춘다

κατασκευάζουσιν*

(그들은) 갖춘다

접속법단수 κατασκευάζω

(나는) 갖추자

κατασκευάζῃς

(너는) 갖추자

κατασκευάζῃ

(그는) 갖추자

쌍수 κατασκευάζητον

(너희 둘은) 갖추자

κατασκευάζητον

(그 둘은) 갖추자

복수 κατασκευάζωμεν

(우리는) 갖추자

κατασκευάζητε

(너희는) 갖추자

κατασκευάζωσιν*

(그들은) 갖추자

기원법단수 κατασκευάζοιμι

(나는) 갖추기를 (바라다)

κατασκευάζοις

(너는) 갖추기를 (바라다)

κατασκευάζοι

(그는) 갖추기를 (바라다)

쌍수 κατασκευάζοιτον

(너희 둘은) 갖추기를 (바라다)

κατασκευαζοίτην

(그 둘은) 갖추기를 (바라다)

복수 κατασκευάζοιμεν

(우리는) 갖추기를 (바라다)

κατασκευάζοιτε

(너희는) 갖추기를 (바라다)

κατασκευάζοιεν

(그들은) 갖추기를 (바라다)

명령법단수 κατασκεύαζε

(너는) 갖추어라

κατασκευαζέτω

(그는) 갖추어라

쌍수 κατασκευάζετον

(너희 둘은) 갖추어라

κατασκευαζέτων

(그 둘은) 갖추어라

복수 κατασκευάζετε

(너희는) 갖추어라

κατασκευαζόντων, κατασκευαζέτωσαν

(그들은) 갖추어라

부정사 κατασκευάζειν

갖추는 것

분사 남성여성중성
κατασκευαζων

κατασκευαζοντος

κατασκευαζουσα

κατασκευαζουσης

κατασκευαζον

κατασκευαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασκευάζομαι

(나는) 갖추어진다

κατασκευάζει, κατασκευάζῃ

(너는) 갖추어진다

κατασκευάζεται

(그는) 갖추어진다

쌍수 κατασκευάζεσθον

(너희 둘은) 갖추어진다

κατασκευάζεσθον

(그 둘은) 갖추어진다

복수 κατασκευαζόμεθα

(우리는) 갖추어진다

κατασκευάζεσθε

(너희는) 갖추어진다

κατασκευάζονται

(그들은) 갖추어진다

접속법단수 κατασκευάζωμαι

(나는) 갖추어지자

κατασκευάζῃ

(너는) 갖추어지자

κατασκευάζηται

(그는) 갖추어지자

쌍수 κατασκευάζησθον

(너희 둘은) 갖추어지자

κατασκευάζησθον

(그 둘은) 갖추어지자

복수 κατασκευαζώμεθα

(우리는) 갖추어지자

κατασκευάζησθε

(너희는) 갖추어지자

κατασκευάζωνται

(그들은) 갖추어지자

기원법단수 κατασκευαζοίμην

(나는) 갖추어지기를 (바라다)

κατασκευάζοιο

(너는) 갖추어지기를 (바라다)

κατασκευάζοιτο

(그는) 갖추어지기를 (바라다)

쌍수 κατασκευάζοισθον

(너희 둘은) 갖추어지기를 (바라다)

κατασκευαζοίσθην

(그 둘은) 갖추어지기를 (바라다)

복수 κατασκευαζοίμεθα

(우리는) 갖추어지기를 (바라다)

κατασκευάζοισθε

(너희는) 갖추어지기를 (바라다)

κατασκευάζοιντο

(그들은) 갖추어지기를 (바라다)

명령법단수 κατασκευάζου

(너는) 갖추어져라

κατασκευαζέσθω

(그는) 갖추어져라

쌍수 κατασκευάζεσθον

(너희 둘은) 갖추어져라

κατασκευαζέσθων

(그 둘은) 갖추어져라

복수 κατασκευάζεσθε

(너희는) 갖추어져라

κατασκευαζέσθων, κατασκευαζέσθωσαν

(그들은) 갖추어져라

부정사 κατασκευάζεσθαι

갖추어지는 것

분사 남성여성중성
κατασκευαζομενος

κατασκευαζομενου

κατασκευαζομενη

κατασκευαζομενης

κατασκευαζομενον

κατασκευαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασκευάσω

(나는) 갖추겠다

κατασκευάσεις

(너는) 갖추겠다

κατασκευάσει

(그는) 갖추겠다

쌍수 κατασκευάσετον

(너희 둘은) 갖추겠다

κατασκευάσετον

(그 둘은) 갖추겠다

복수 κατασκευάσομεν

(우리는) 갖추겠다

κατασκευάσετε

(너희는) 갖추겠다

κατασκευάσουσιν*

(그들은) 갖추겠다

기원법단수 κατασκευάσοιμι

(나는) 갖추겠기를 (바라다)

κατασκευάσοις

(너는) 갖추겠기를 (바라다)

κατασκευάσοι

(그는) 갖추겠기를 (바라다)

쌍수 κατασκευάσοιτον

(너희 둘은) 갖추겠기를 (바라다)

κατασκευασοίτην

(그 둘은) 갖추겠기를 (바라다)

복수 κατασκευάσοιμεν

(우리는) 갖추겠기를 (바라다)

κατασκευάσοιτε

(너희는) 갖추겠기를 (바라다)

κατασκευάσοιεν

(그들은) 갖추겠기를 (바라다)

부정사 κατασκευάσειν

갖출 것

분사 남성여성중성
κατασκευασων

κατασκευασοντος

κατασκευασουσα

κατασκευασουσης

κατασκευασον

κατασκευασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασκευάσομαι

(나는) 갖추어지겠다

κατασκευάσει, κατασκευάσῃ

(너는) 갖추어지겠다

κατασκευάσεται

(그는) 갖추어지겠다

쌍수 κατασκευάσεσθον

(너희 둘은) 갖추어지겠다

κατασκευάσεσθον

(그 둘은) 갖추어지겠다

복수 κατασκευασόμεθα

(우리는) 갖추어지겠다

κατασκευάσεσθε

(너희는) 갖추어지겠다

κατασκευάσονται

(그들은) 갖추어지겠다

기원법단수 κατασκευασοίμην

(나는) 갖추어지겠기를 (바라다)

κατασκευάσοιο

(너는) 갖추어지겠기를 (바라다)

κατασκευάσοιτο

(그는) 갖추어지겠기를 (바라다)

쌍수 κατασκευάσοισθον

(너희 둘은) 갖추어지겠기를 (바라다)

κατασκευασοίσθην

(그 둘은) 갖추어지겠기를 (바라다)

복수 κατασκευασοίμεθα

(우리는) 갖추어지겠기를 (바라다)

κατασκευάσοισθε

(너희는) 갖추어지겠기를 (바라다)

κατασκευάσοιντο

(그들은) 갖추어지겠기를 (바라다)

부정사 κατασκευάσεσθαι

갖추어질 것

분사 남성여성중성
κατασκευασομενος

κατασκευασομενου

κατασκευασομενη

κατασκευασομενης

κατασκευασομενον

κατασκευασομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεσκεύαζον

(나는) 갖추고 있었다

κατεσκεύαζες

(너는) 갖추고 있었다

κατεσκεύαζεν*

(그는) 갖추고 있었다

쌍수 κατεσκευάζετον

(너희 둘은) 갖추고 있었다

κατεσκευαζέτην

(그 둘은) 갖추고 있었다

복수 κατεσκευάζομεν

(우리는) 갖추고 있었다

κατεσκευάζετε

(너희는) 갖추고 있었다

κατεσκεύαζον

(그들은) 갖추고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεσκευαζόμην

(나는) 갖추어지고 있었다

κατεσκευάζου

(너는) 갖추어지고 있었다

κατεσκευάζετο

(그는) 갖추어지고 있었다

쌍수 κατεσκευάζεσθον

(너희 둘은) 갖추어지고 있었다

κατεσκευαζέσθην

(그 둘은) 갖추어지고 있었다

복수 κατεσκευαζόμεθα

(우리는) 갖추어지고 있었다

κατεσκευάζεσθε

(너희는) 갖추어지고 있었다

κατεσκευάζοντο

(그들은) 갖추어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 건설하다

  2. 얽다

관련어

파생어

유사 형태

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION