헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σκευοποιέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σκευοποιέω σκευοποιήσω

형태분석: σκευοποιέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: skeuopoio/s

  1. 얽다, 거짓말하다
  1. to fabricate

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σκευοποίω

(나는) 얽는다

σκευοποίεις

(너는) 얽는다

σκευοποίει

(그는) 얽는다

쌍수 σκευοποίειτον

(너희 둘은) 얽는다

σκευοποίειτον

(그 둘은) 얽는다

복수 σκευοποίουμεν

(우리는) 얽는다

σκευοποίειτε

(너희는) 얽는다

σκευοποίουσιν*

(그들은) 얽는다

접속법단수 σκευοποίω

(나는) 얽자

σκευοποίῃς

(너는) 얽자

σκευοποίῃ

(그는) 얽자

쌍수 σκευοποίητον

(너희 둘은) 얽자

σκευοποίητον

(그 둘은) 얽자

복수 σκευοποίωμεν

(우리는) 얽자

σκευοποίητε

(너희는) 얽자

σκευοποίωσιν*

(그들은) 얽자

기원법단수 σκευοποίοιμι

(나는) 얽기를 (바라다)

σκευοποίοις

(너는) 얽기를 (바라다)

σκευοποίοι

(그는) 얽기를 (바라다)

쌍수 σκευοποίοιτον

(너희 둘은) 얽기를 (바라다)

σκευοποιοίτην

(그 둘은) 얽기를 (바라다)

복수 σκευοποίοιμεν

(우리는) 얽기를 (바라다)

σκευοποίοιτε

(너희는) 얽기를 (바라다)

σκευοποίοιεν

(그들은) 얽기를 (바라다)

명령법단수 σκευοποῖει

(너는) 얽어라

σκευοποιεῖτω

(그는) 얽어라

쌍수 σκευοποίειτον

(너희 둘은) 얽어라

σκευοποιεῖτων

(그 둘은) 얽어라

복수 σκευοποίειτε

(너희는) 얽어라

σκευοποιοῦντων, σκευοποιεῖτωσαν

(그들은) 얽어라

부정사 σκευοποίειν

얽는 것

분사 남성여성중성
σκευοποιων

σκευοποιουντος

σκευοποιουσα

σκευοποιουσης

σκευοποιουν

σκευοποιουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σκευοποίουμαι

(나는) 얽어진다

σκευοποίει, σκευοποίῃ

(너는) 얽어진다

σκευοποίειται

(그는) 얽어진다

쌍수 σκευοποίεισθον

(너희 둘은) 얽어진다

σκευοποίεισθον

(그 둘은) 얽어진다

복수 σκευοποιοῦμεθα

(우리는) 얽어진다

σκευοποίεισθε

(너희는) 얽어진다

σκευοποίουνται

(그들은) 얽어진다

접속법단수 σκευοποίωμαι

(나는) 얽어지자

σκευοποίῃ

(너는) 얽어지자

σκευοποίηται

(그는) 얽어지자

쌍수 σκευοποίησθον

(너희 둘은) 얽어지자

σκευοποίησθον

(그 둘은) 얽어지자

복수 σκευοποιώμεθα

(우리는) 얽어지자

σκευοποίησθε

(너희는) 얽어지자

σκευοποίωνται

(그들은) 얽어지자

기원법단수 σκευοποιοίμην

(나는) 얽어지기를 (바라다)

σκευοποίοιο

(너는) 얽어지기를 (바라다)

σκευοποίοιτο

(그는) 얽어지기를 (바라다)

쌍수 σκευοποίοισθον

(너희 둘은) 얽어지기를 (바라다)

σκευοποιοίσθην

(그 둘은) 얽어지기를 (바라다)

복수 σκευοποιοίμεθα

(우리는) 얽어지기를 (바라다)

σκευοποίοισθε

(너희는) 얽어지기를 (바라다)

σκευοποίοιντο

(그들은) 얽어지기를 (바라다)

명령법단수 σκευοποίου

(너는) 얽어져라

σκευοποιεῖσθω

(그는) 얽어져라

쌍수 σκευοποίεισθον

(너희 둘은) 얽어져라

σκευοποιεῖσθων

(그 둘은) 얽어져라

복수 σκευοποίεισθε

(너희는) 얽어져라

σκευοποιεῖσθων, σκευοποιεῖσθωσαν

(그들은) 얽어져라

부정사 σκευοποίεισθαι

얽어지는 것

분사 남성여성중성
σκευοποιουμενος

σκευοποιουμενου

σκευοποιουμενη

σκευοποιουμενης

σκευοποιουμενον

σκευοποιουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σκευοποιήσω

(나는) 얽겠다

σκευοποιήσεις

(너는) 얽겠다

σκευοποιήσει

(그는) 얽겠다

쌍수 σκευοποιήσετον

(너희 둘은) 얽겠다

σκευοποιήσετον

(그 둘은) 얽겠다

복수 σκευοποιήσομεν

(우리는) 얽겠다

σκευοποιήσετε

(너희는) 얽겠다

σκευοποιήσουσιν*

(그들은) 얽겠다

기원법단수 σκευοποιήσοιμι

(나는) 얽겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοις

(너는) 얽겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοι

(그는) 얽겠기를 (바라다)

쌍수 σκευοποιήσοιτον

(너희 둘은) 얽겠기를 (바라다)

σκευοποιησοίτην

(그 둘은) 얽겠기를 (바라다)

복수 σκευοποιήσοιμεν

(우리는) 얽겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοιτε

(너희는) 얽겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοιεν

(그들은) 얽겠기를 (바라다)

부정사 σκευοποιήσειν

얽을 것

분사 남성여성중성
σκευοποιησων

σκευοποιησοντος

σκευοποιησουσα

σκευοποιησουσης

σκευοποιησον

σκευοποιησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σκευοποιήσομαι

(나는) 얽어지겠다

σκευοποιήσει, σκευοποιήσῃ

(너는) 얽어지겠다

σκευοποιήσεται

(그는) 얽어지겠다

쌍수 σκευοποιήσεσθον

(너희 둘은) 얽어지겠다

σκευοποιήσεσθον

(그 둘은) 얽어지겠다

복수 σκευοποιησόμεθα

(우리는) 얽어지겠다

σκευοποιήσεσθε

(너희는) 얽어지겠다

σκευοποιήσονται

(그들은) 얽어지겠다

기원법단수 σκευοποιησοίμην

(나는) 얽어지겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοιο

(너는) 얽어지겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοιτο

(그는) 얽어지겠기를 (바라다)

쌍수 σκευοποιήσοισθον

(너희 둘은) 얽어지겠기를 (바라다)

σκευοποιησοίσθην

(그 둘은) 얽어지겠기를 (바라다)

복수 σκευοποιησοίμεθα

(우리는) 얽어지겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοισθε

(너희는) 얽어지겠기를 (바라다)

σκευοποιήσοιντο

(그들은) 얽어지겠기를 (바라다)

부정사 σκευοποιήσεσθαι

얽어질 것

분사 남성여성중성
σκευοποιησομενος

σκευοποιησομενου

σκευοποιησομενη

σκευοποιησομενης

σκευοποιησομενον

σκευοποιησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσκευοποῖουν

(나는) 얽고 있었다

ἐσκευοποῖεις

(너는) 얽고 있었다

ἐσκευοποῖειν*

(그는) 얽고 있었다

쌍수 ἐσκευοποίειτον

(너희 둘은) 얽고 있었다

ἐσκευοποιεῖτην

(그 둘은) 얽고 있었다

복수 ἐσκευοποίουμεν

(우리는) 얽고 있었다

ἐσκευοποίειτε

(너희는) 얽고 있었다

ἐσκευοποῖουν

(그들은) 얽고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσκευοποιοῦμην

(나는) 얽어지고 있었다

ἐσκευοποίου

(너는) 얽어지고 있었다

ἐσκευοποίειτο

(그는) 얽어지고 있었다

쌍수 ἐσκευοποίεισθον

(너희 둘은) 얽어지고 있었다

ἐσκευοποιεῖσθην

(그 둘은) 얽어지고 있었다

복수 ἐσκευοποιοῦμεθα

(우리는) 얽어지고 있었다

ἐσκευοποίεισθε

(너희는) 얽어지고 있었다

ἐσκευοποίουντο

(그들은) 얽어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 얽다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION