ἐπικουρία
1군 변화 명사; 여성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ἐπικουρία
형태분석:
ἐπικουρι
(어간)
+
ᾱ
(어미)
뜻
- 지원, 덕택, 도움
- aid, succour
- an auxiliary or mercenary force
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- δοκέω γὰρ εἴ τινι βροτῶν ἀλκίμων ἐπικουρίαν καὶ τὶν ἔμμεναι νέων, ὦ Πανδίονοσ υἱὲ καὶ Κρεούσασ. (Bacchylides, , dithyrambs, ode 18 1:7)
(바킬리데스, , dithyrambs, ode 18 1:7)
- τοῖσ πλείστοισ οὖν ἔδοξεν παιδεία μὲν καὶ πόνου πολλοῦ καὶ χρόνου μακροῦ καὶ δαπάνησ οὐ μικρᾶσ καὶ τύχησ δεῖσθαι λαμπρᾶσ, τὰ δ’ ἡμέτερα μικρά τε εἶναι καὶ ταχεῖάν τινα τὴν ἐπικουρίαν ἀπαιτεῖν εἰ δέ τινα τέχνην τῶν βαναύσων τούτων ἐκμάθοιμι, τὸ μὲν πρῶτον εὐθὺσ ἂν αὐτὸσ ἔχειν τὰ ἀρκοῦντα παρὰ τῆσ τέχνησ καὶ μηκέτ’ οἰκόσιτοσ εἶναι τηλικοῦτοσ ὤν, οὐκ εἰσ μακρὰν δὲ καὶ τὸν πατέρα εὐφρανεῖν ἀποφέρων ἀεὶ τὸ γιγνόμενον. (Lucian, Somnium sive vita Luciani, (no name) 1:2)
(루키아노스, Somnium sive vita Luciani, (no name) 1:2)
- οἲ ’γὼ τάλαινα, τίν’ ἐπικουρίαν λάβω, ἐπεὶ τὸ θεῖον δυσμενὲσ κεκτήμεθα; (Euripides, episode 2:11)
(에우리피데스, episode 2:11)
- μὴ βουλομένων δὲ μηδὲ τολμώντων, ἀλλὰ τὴν Ἀθήνηθεν ἐπικουρίαν ἐκδεχομένων, νυκτὸσ ἄρασ καὶ λαθὼν ἅπαντασ εἰσ τὴν Λακωνικὴν κατέβη, καὶ μικροῦ ἔφθη τὴν πόλιν ἔρημον ἐξ ἐφόδου λαβεῖν καὶ κατασχεῖν. (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 2 3:1)
(플루타르코스, De gloria Atheniensium, section 2 3:1)
- ἐπικουρίαν ἐκδεχομένων, νυκτὸσ ἄρασ καὶ λαθὼν ἅπαντασ εἰσ τὴν Λακωνικὴν κατέβη , καὶ μικρὸν ἔφθη τὴν πόλιν ἔρημον ἐξ ἐφόδου λαβεῖν καὶ κατασχεῖν. (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 2 9:1)
(플루타르코스, De gloria Atheniensium, section 2 9:1)
유의어
-
지원
- ἐπάρκεσις (지원, 덕택, 도움)
- ἐπιβοήθεια (a coming to aid, succour)
- βοή (aid called for, succour)
- παραβοήθεια (도움, 덕택, 원조)
- ὠφέλεια (도움, 덕택, 원조)
- τιμώρημα (도움, 덕택, 원조)
-
an auxiliary or mercenary force