ἀφαιρέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀφαιρέω
Structure:
ἀπ
(Prefix)
+
αἱρέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to take from, take away from, having taken, off, to remove, separate, set aside
- to take away for oneself, take away
- to prevent, hinder from
- to be robbed or deprived, to have, taken from one
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- φονεύων τὸν πλησίον ὁ ἀφαιρούμενοσ συμβίωσιν, καὶ ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου. (Septuagint, Liber Sirach 34:22)
- ἃ δὲ αὐτὸσ ὁ φιλόσοφοσ ὑπὲρ ἑαυτοῦ γράφει, πᾶσαν ἀφαιρούμενοσ ἐπιχείρησιν τῶν χαρίζεσθαι βουλομένων αὐτῷ τὰ μὴ προσήκοντα, πρὸσ πολλοῖσ δ’ ἄλλοισ ὧν οὐδὲν δέομαι μεμνῆσθαι κατὰ τὸ παρόν, ἃ τέθηκεν ἐν τῇ πρώτῃ βύβλῳ ταύτησ τῆσ πραγματείασ, ὡσ οὐ μειράκιον ἦν, ὅτε τὰσ ῥητορικὰσ συνετάττετο τέχνασ, ἀλλ’ ἐν τῇ κρατίστῃ γεγονὼσ ἀκμῇ καὶ προεκδεδωκὼσ ἤδη τάσ τε τοπικὰσ συντάξεισ καὶ τὰσ ἀναλυτικὰσ καὶ τὰσ μεθοδικάσ, τεκμήρἰ ἐστὶν ἰσχυρότατα. (Dionysius of Halicarnassus, Ad Ammaeum, chapter 6 1:1)
- ἐπεὶ δὲ τοὺσ θρασυτάτουσ προσεταιρισάμενοσ ^ καὶ δορυφόρουσ συναγαγὼν ἐπαναστὰσ τῇ πόλει τύραννοσ κατέστη, ἀκρίτουσ μὲν ἀπέκτεινε πλείονασ ἢ μυρίουσ, τὰσ δὲ οὐσίασ ἑκάστων ἀφαιρούμενοσ καὶ πλούτου πρὸσ τὸ ἀκρότατον ἀφικόμενοσ οὐδεμίαν μὲν ἀκολασίασ ἰδέαν παραλέλοιπεν, ἁπάσῃ δὲ ὠμότητι καὶ ὕβρει κατὰ τῶν ἀθλίων πολιτῶν ἐχρήσατο, παρθένουσ διαφθείρων καὶ ἐφήβουσ καταισχύνων καὶ πάντα τρόπον τοῖσ ὑπηκόοισ ἐμπαροινῶν. (Lucian, Cataplus, (no name) 26:5)
- ὑπόθεσιν τυραννίδοσ ἐποιήσατο κοινὴν καὶ συνήθη, δημαγωγῶν τοὺσ πολλούσ, μάλιστα δὲ τῶν ὀφειλόντων χρέα τοῖσ μὲν ἀμύνων καὶ συνδικῶν ἐπὶ τοὺσ δανειστάσ, τοὺσ δ’ ἀφαιρούμενοσ βίᾳ καὶ κωλύων ἄγεσθαι πρὸσ τὸν νόμον, ὥστε πολλοὺσ τῶν ἀπόρων ταχὺ περὶ αὐτὸν γενέσθαι καὶ πολὺν φόβον παρασχεῖν τοῖσ βελτίστοισ τῶν πολιτῶν θρασυνομένουσ καὶ ταράττοντασ τὴν ἀγοράν. (Plutarch, Camillus, chapter 36 3:1)
- ἀλλὰ γάρ, ἵνα μὴ περὶ ταῦτα διατρίβων ἀναγκασθῶ παραλιπεῖν τι τῶν περιλειπομένων, Ἰσοκράτην μὲν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆσ ἀγωγῆσ ἐκείνησ ἐάσω, περὶ δὲ Πλάτωνοσ ἤδη διαλέξομαι τά γ’ ἐμοὶ δοκοῦντα μετὰ παρρησίασ, οὐθὲν οὔτε τῇ δόξῃ τἀνδρὸσ προστιθεὶσ οὔτε τῆσ ἀληθείασ ἀφαιρούμενοσ, καὶ μάλιστα ἐπεί τινεσ ἀξιοῦσι πάντων αὐτὸν ἀποφαίνειν φιλοσόφων τε καὶ ῥητόρων ἑρμηνεῦσαι τὰ πράγματα δαιμονιώτατον παρακελεύονταί τε ἡμῖν ὁρ́ῳ καὶ κανόνι χρῆσθαι καθαρῶν ἅμα καὶ ἰσχυρῶν λόγων τούτῳ τῷ ἀνδρί. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 231)
Synonyms
-
to take from
-
to take away for oneself
-
to prevent
- κατείργω (to hinder, prevent)
- ἀπείργω (to keep from, prevent, hinder)
- διακωλύω (to hinder, prevent, he was prevented)
- ἔργω (to hinder, prevent from, is barred)
- ἀποκωλύω (to hinder or prevent from, to prevent from, forbid to)
- ἐκτρέπω (to prevent)
- δέω ( I hinder from)
- ἐξέργω (to debar, hinder, prevent)
- κωλύω ( to hinder, prevent someone from doing something)
-
to be robbed or deprived
Derived
- αἱρέω (to take, grasp, seize)
- ἀναιρέω (, to take up, to take up and carry off)
- ἀπεξαιρέω (to take out, remove)
- ἀποπροαιρέω (to take away from, having taken some of)
- διαιρέω (to take one from another, to cleave in twain, to divide into parts)
- ἐξαιρέω (to take out of, to take out, to take out for oneself)
- ἐξαφαιρέω (to take right away)
- καθαιρέω (to take down, we lowered, to take)
- μεθαιρέω (to catch in turn)
- παραιρέω (to take away from beside, withdraw, remove)
- περιαιρέω (to take off something that surrounds, take off an outer coat, take away)
- προαιρέω (to bring forth, produce from one's stores, to take away first)
- προαναιρέω (to take away before, to refute by anticipation)
- προεξαιρέω (to take out before, to be deprived of before)
- προσαιρέομαι (to choose for oneself, to take for one's companion or ally, to choose in addition to)
- προυφαιρέω (to filch beforehand, get, held)
- συγκαθαιρέω (to put down together, to join in putting down, to accomplish)
- συναιρέω (to grasp or seize together, to seize at once, to bring together)
- συναναιρέω (to destroy together with, to destroy altogether or utterly, to give the same answer)
- συναφαιρέω (to take away together, to assist in rescuing)
- συνεξαιρέω (to take out together, to help in removing, to take away also)
- ὑπεξαιρέω (to take away from below, to drain away, to make away with)
- ὑφαιρέω (to seize underneath or inwardly, to draw or take away from under, tried to draw)