Ancient Greek-English Dictionary Language

θερμός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θερμός θερμή θερμόν

Structure: θερμ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. warm, hot, boiling, glowing
  2. hotheaded, hasty, rash, headstrong
  3. eager, active, fresh

Examples

  • οὕτω γὰρ καὶ ἡμῖν ἔν τε ταῖσ θερμαῖσ ἡλικίαισ καὶ τοῖσ θερμοῖσ χωρίοισ καὶ ταῖσ ὡρ́αισ τοῦ ἔτουσ ταῖσ θερμαῖσ καὶ ταῖσ θερμαῖσ καταστάσεσιν, ὡσαύτωσ δὲ καὶ ταῖσ θερμαῖσ κράσεσι τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῖσ ἐπιτηδεύμασί τε καὶ τοῖσ διαιτήμασι καὶ τοῖσ νοσήμασι τοῖσ θερμοῖσ εὐλόγωσ ἡ ξανθὴ χολὴ πλείστη φαίνεται γιγνομένη. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 895)
  • Ὑγρῆναι τὴν Ῥῖνα προκλήσι · ὁσμαῖσ δριμείασισ μὲν ἐσ αἴσθησιν, ἐσ δύναμιν δὲ θερμαῖσ · ὁκοῖον αὐτὸ τὸ καστόριον, ἢ θύμβρα, ἢ γλήχων, ἢ θύμοσ, χλωρὰ, ἢ ξηρὰ δευθέντα ὄξεϊ. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., ARETAIOU KAPPADOKOU OCEWN NOUSWN QERAPEUTIKON, 127)

Synonyms

  1. warm

  2. hotheaded

  3. eager

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION