ἔσχατος
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἔσχατος
ἐσχάτη
ἔσχατον
Structure:
ἐσχατ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Etym.: prob. from
e)k,
e)c, as if
e)/catos,
Sense
- furthest, extreme
- highest, lowest, innermost
- (time) last
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- οὐκ ἔστι μνήμη τοῖσ πρώτοισ, καί γε τοῖσ ἐσχάτοισ γενομένοισ οὐκ ἔσται αὐτῶν μνήμη μετὰ τῶν γενησομένων εἰσ τὴν ἐσχάτην. (Septuagint, Liber Ecclesiastes 1:11)
- καὶ τὸν ἀπὸ Βορρᾶ ἐκδιώξω ἀφ̓ ὑμῶν καὶ ἐξώσω αὐτὸν εἰσ γῆν ἄνυδρον καὶ ἀφανιῶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰσ τὴν θάλασσαν τὴν πρώτην καὶ τὰ ὀπίσω αὐτοῦ εἰσ τὴν θάλασσαν τὴν ἐσχάτην, καὶ ἀναβήσεται ἡ σαπρία αὐτοῦ, καὶ ἀναβήσεται ὁ βρόμοσ αὐτοῦ, ὅτι ἐμεγάλυνε τὰ ἔργα αὐτοῦ. (Septuagint, Prophetia Ioel 2:20)
- καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐξελεύσεται ὕδωρ ζῶν ἐξ Ἱερουσαλήμ, τὸ ἥμισυ αὐτοῦ εἰσ τὴν θάλασσαν τὴν πρώτην καὶ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ εἰσ τὴν θάλασσαν τὴν ἐσχάτην, καὶ ἐν θέρει καὶ ἐν ἔαρι ἔσται οὕτωσ. (Septuagint, Prophetia Zachariae 14:8)
- πολλὴ μὲν γὰρ ἐν τοῖσ ἐπιθέτοισ, ἄκαιροσ δ’ ἐν ταῖσ μετωνυμίαισ, σκληρὰ δὲ καὶ οὐ σῴζουσα τὴν ἀναλογίαν ἐν ταῖσ μεταφοραῖσ γίγνεται, ἀλληγορίασ τε περιβάλλεται μακρὰσ καὶ πολλὰσ οὔτε μέτρον ἐχούσασ οὔτε καιρόν, σχήμασί τε ποιητικοῖσ ἐσχάτην προσβάλλουσιν ἀηδίαν, καὶ μάλιστα τοῖσ Γοργιείοισ ἀκαίρωσ καὶ μειρακιωδῶσ ἐναβρύνεται· (Dionysius of Halicarnassus, Epistula ad Pompeium Geminum, chapter 2 6:1)
- πασῶν δὲ ἐσχάτην ἐνόμισαν ἔχειν μοῖραν ἐννέα ^ τῶν πάντων, οἷσ οὐδὲ φωνὴ πρόσεστι καθ’ αὑτά. (Lucian, Judicium vocalium, (no name) 5:3)
Synonyms
-
last
- ὑστάτιος (at last)
- ὕπατος ( last)
- λοισθήιος (for the last)
- λοίσθιος (last)
- πανύστατος (last of all)
- τελευταῖος (at last, in the last place)
- πψ́ματος (last, at the last, for the last time)
- πυματηγόρος (last-speaking)
- αἰώνιος (Long lasting)
- περυσινός (of last year, last year's)
- ἐνιαύσιος (for a year, lasting a year, for a year)
- ἔμπεδος (lasting, continual)
- τελευταῖος (last, uttermost)
- πψ́ματος (the last, worst)
- τελευταῖος (last, one's last day)
- τελευταῖος (the last time, last of all)