ἐπιτίθημι
-μι athematic Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἐπιτίθημι
ἐπιθήσω
ἐπιτέθεικα
ἐπιτέθειμαι
Structure:
ἐπι
(Prefix)
+
τίθε̄
(Stem)
+
μι
(Ending)
Etym.: the Pass.is mostly furnished by e)pi/keimai
Sense
- (active voice), to lay, put or place upon
- to set upon, turn towards
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- αἱ χεῖρεσ αὐτοῦ προσοίσουσι τὰ καρπώματα Κυρίῳ. τὸ στέαρ τὸ ἐπὶ τοῦ στηθυνίου, καὶ τὸν λοβὸν τοῦ ἥπατοσ, προσοίσει αὐτά, ὥστε ἐπιτιθέναι δόμα ἔναντι Κυρίου. (Septuagint, Liber Leviticus 7:30)
- ἔγωγ̓ οὖν, εἰ σκέψαιο, δόξαιμ̓ ἄν σοι οὐ τὸ σμικρότατον τῆσ Αἰγυπτίασ ταύτησ ἀρχῆσ ἐγκεχειρίσθαι, τὰσ δίκασ εἰσάγειν καὶ τάξιν αὐταῖσ τὴν προσήκουσαν ἐπιτιθέναι καὶ τῶν πραττομένων καὶ λεγομένων ἁπαξαπάντων ὑπομνήματα γράφεσθαι καὶ τάσ τε ῥητορείασ τῶν δικαιολογούντων ῥυθμίζειν καὶ τὰσ τοῦ ἄρχοντοσ γνώσεισ πρὸσ τὸ σαφέστατον ἅμα καὶ ἀκριβέστατον σὺν πίστει τῇ μεγίστῃ διαφυλάττειν καὶ παραδιδόναι δημοσίᾳ πρὸσ τὸν ἀεὶ χρόνον ἀποκεισομένασ, καὶ ὁ μισθὸσ οὐκ ἰδιωτικόσ, ἀλλὰ παρὰ τοῦ βασιλέωσ, οὐ σμικρὸσ οὐδὲ οὗτοσ, ἀλλὰ πολυτάλαντοσ· (Lucian, Apologia 29:2)
- ἆρ’ ἴσθ’ ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων ἀδικημάτων σκεψαμένουσ ἀκριβῶσ δεῖ μεθ’ ἡσυχίασ καὶ τἀληθὲσ ἐξετάσαντασ, οὕτωσ ἐπιτιθέναι τοῖσ ἠδικηκόσι τὴν τιμωρίαν, ἐπὶ δὲ ταῖσ φανεραῖσ καὶ παρὰ πάντων ὡμολογημέναισ προδοσίαισ πρώτην τετάχθαι τὴν ὀργὴν καὶ τὴν μετ’ αὐτῆσ γιγνομένην τιμωρίαν; (Dinarchus, Speeches, 9:1)
- καὶ ὅτι πρῶτοσ ἐξέπιε Ξενοκράτησ ὁ φιλόσοφοσ καὶ λαβὼν τὸν χρυσοῦν στέφανον καὶ ἀναλύων τῷ Ἑρμῇ τῷ ἱδρυμένῳ ἐπὶ τῆσ αὐλῆσ ἐπέθηκεν, ᾧπερ εἰώθει καὶ τοὺσ ἀνθινοὺσ ἑκάστοτε ἐπιτιθέναι στεφάνουσ ἑσπέρασ ἀπαλλασσόμενοσ ὡσ αὑτόν, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐθαυμάσθη. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 49 2:3)
- ὥσπερ οἱ Πυθαγορικοὶ παρεφύλαττον ἀεὶ μηδέποτε τῷ δεξιῷ μηρῷ τὸν εὐώνυμον ἐπιτιθέναι, μηδὲ τὸν ἄρτιον ἀντὶ τοῦ περιττοῦ λαβεῖν, τῶν ἄλλων ἐπ’ ἴσησ ἐχόντων. (Plutarch, De vitioso pudore, section 8 6:2)
Synonyms
-
- κατατίθημι (to place, put, lay down)
- ἐπιφορέω (to put upon, lay over)
- ἐπιφέρω (I bestow, put, lay upon)
- ἐπανατίθημι (to lay upon)
- ἀνατίθημι (to lay upon)
- βάλλω ( I put, place)
- παρατίθημι (to place upon)
- ἐξάπτω (to place upon)
- ἐπιβιβάζω (to put, upon)
- εἰστίθημι (to put into, place in)
- εὐνάζω (to lay or place in ambush)
- εὐνάω (to lay or place in ambush)
- ἐνίστημι (to put, set, place in)
- τίθημι (I put, place, set)
-
to set upon
Derived
- ἀμφιτίθημι (to put round, to put round oneself, to be put on)
- ἀνατίθημι (to lay upon, to refer, attribute)
- ἀντιτίθημι (to set against, oppose, to contrast)
- ἀποτίθημι (to put away, stow away, to put away from oneself)
- διατίθημι ( place separately, arrange each in their own places, distribute)
- εἰστίθημι (to put into, place in, to put on board)
- ἐκτίθημι (to set out, place outside, to expose)
- ἐντίθημι (I put in, implant, insert)
- ἐπανατίθημι (to lay upon)
- κατατίθημι (to place, put, lay down)
- μετατίθημι (to place among, he would, have caused)
- μετεντίθημι (to put into another place, to shift)
- παρατίθημι (to place beside, to set before, serve up)
- περιτίθημι (to place round, to put round oneself, put on)
- προσεπιτίθημι (to add further)
- προσπαρατίθημι (to put before one besides)
- προστίθημι (to put to, to put to, to hand over or deliver to)
- προτίθημι (to place or set before, set out, to have set before one)
- συνανατίθημι (to dedicate along with)
- συνεπιτίθημι (to help in putting on, to join in attacking, together)
- συντίθημι (to put together, to close, to add together)
- τίθημι (I put, place, set)
- ὑπερτίθημι (to set higher, erect, to set on the other side)
- ὑποτίθημι (to place under, to place under one's feet, to place under as a foundation or beginning)