Ancient Greek-English Dictionary Language

συγγράφω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγγράφω συγγράψω

Structure: συγ (Prefix) + γράφ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to write or note down, to have, written down, take care that, is written down
  2. to describe
  3. to compose a writing or a work in writing, to write the history of, to write in prose
  4. to compose, to get, composed
  5. to compile, draw up, to draw up a contract or bond, to make a treaty, with, to sign a treaty, Patres conscripti
  6. to draw up a form of motion
  7. to paint by contract

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγγράφω συγγράφεις συγγράφει
Dual συγγράφετον συγγράφετον
Plural συγγράφομεν συγγράφετε συγγράφουσιν*
SubjunctiveSingular συγγράφω συγγράφῃς συγγράφῃ
Dual συγγράφητον συγγράφητον
Plural συγγράφωμεν συγγράφητε συγγράφωσιν*
OptativeSingular συγγράφοιμι συγγράφοις συγγράφοι
Dual συγγράφοιτον συγγραφοίτην
Plural συγγράφοιμεν συγγράφοιτε συγγράφοιεν
ImperativeSingular συγγράφε συγγραφέτω
Dual συγγράφετον συγγραφέτων
Plural συγγράφετε συγγραφόντων, συγγραφέτωσαν
Infinitive συγγράφειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγγραφων συγγραφοντος συγγραφουσα συγγραφουσης συγγραφον συγγραφοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγγράφομαι συγγράφει, συγγράφῃ συγγράφεται
Dual συγγράφεσθον συγγράφεσθον
Plural συγγραφόμεθα συγγράφεσθε συγγράφονται
SubjunctiveSingular συγγράφωμαι συγγράφῃ συγγράφηται
Dual συγγράφησθον συγγράφησθον
Plural συγγραφώμεθα συγγράφησθε συγγράφωνται
OptativeSingular συγγραφοίμην συγγράφοιο συγγράφοιτο
Dual συγγράφοισθον συγγραφοίσθην
Plural συγγραφοίμεθα συγγράφοισθε συγγράφοιντο
ImperativeSingular συγγράφου συγγραφέσθω
Dual συγγράφεσθον συγγραφέσθων
Plural συγγράφεσθε συγγραφέσθων, συγγραφέσθωσαν
Infinitive συγγράφεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγγραφομενος συγγραφομενου συγγραφομενη συγγραφομενης συγγραφομενον συγγραφομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • "ἐν βραχεῖ παῖδασ αὐτοὺσ ἀπέφηνε, προφήτησ καὶ ^ θιασάρχησ καὶ ξυναγωγεὺσ καὶ πάντα μόνοσ αὐτὸσ ὤν, καὶ τῶν βίβλων τὰσ μὲν ἐξηγεῖτο καὶ διεσάφει, πολλὰσ δὲ αὐτὸσ καὶ συνέγραφεν, καὶ ὡσ θεὸν αὐτὸν ἐκεῖνοι ᾐδοῦντο ^ καὶ νομοθέτῃ ἐχρῶντο καὶ προστάτην ἐπεγράφοντο, μετὰ ^ γοῦν ἐκεῖνον ὃν ἔτι σέβουσι, τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα, ὅτι καινὴν ταύτην ^ τελετὴν εἰσῆγεν ἐσ ^ τὸν βίον. (Lucian, De morte Peregrini, (no name) 9:12)
  • φίλοσ δὲ Κασάνδρῳ γενόμενοσ, ὡσ ἐπὶ πλεῖστον προέκοψε χρήματα τῶν λόγων εἰσπραττόμενοσ, οὓσ τοῖσ δεομένοισ συνέγραφεν· (Plutarch, Vitae decem oratorum, , section 1 3:1)
  • εἰσ τὸ αὐτό τίσ σοῦ, Κολχὶσ ἄθεσμε, συνέγραφεν εἰκόνι θυμόν; (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 1371)
  • οὐ γὰρ ἀλλοτρίασ πράξεισ ὁ Σεβαστόσ, ἀλλὰ τὰσ ἑαυτοῦ συνέγραφεν, ὡσ δ’ ἀποστάντασ ἐσ τοὺσ φόρουσ ἐπανήγαγε, καὶ ἑτέρουσ ὡσ ἀρχῆθεν ἔτι ὄντασ αὐτονόμουσ εἷλε, καὶ πάντασ ἐκρατύνατο ὅσοι τὰσ κορυφὰσ οἰκοῦσι τῶν Ἄλπεων, βάρβαρα καὶ μάχιμα ἔθνη, καὶ κλοπεύοντα τὴν Ἰταλίαν ὡσ γείτονα. (Appian, The Foreign Wars, chapter 3 4:3)
  • καὶ ὁ μὲν αὐτίκα μεθ’ ἡμέραν τοῖσ φίλοισ τὸ ὄναρ ἐξειπὼν διαθήκασ συνέγραφεν ἐπειγόμενοσ καὶ αὐτῆσ ἡμέρασ συνετέλει· (Appian, The Civil Wars, book 1, chapter 12 3:5)

Synonyms

  1. to write or note down

  2. to describe

  3. to compose

  4. to draw up a form of motion

  5. to paint by contract

Related

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION