πορεία
First declension Noun; Feminine
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
πορεία
Structure:
πορει
(Stem)
+
ᾱ
(Ending)
Sense
- a walking, mode of walking or running, gait
- a going, a journey, way, passage
- a march
- a crossing of water, passage
Declension
First declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- Εἰδέναι δὲ τοὺσ κεφαλαλγικοὺσ ἐκ γυμνασίων ἢ δρόμων ἢ πορειῶν ἢ κυνηγεσίων ἢ ἄλλου τινὸσ πόνου ἀκαίρου, ἢ ἐξ ἀφροδισίων, τοὺσ ἀχρόουσ, τοὺσ βραγχαλέουσ, τοὺσ σπληνώδεασ, τοὺσ λειφαίμουσ, τοὺσ πνευματώδεασ, τοὺσ ξηρὰ βήσσοντασ καὶ διψώδεασ, τοὺσ φυσώδεασ, φλεβῶν ἀπολήψιασ, ἐντεταμένουσ ὑποχόνδρια καὶ πλευρὰ καὶ μετάφρενον, τοὺσ ἀπονεναρκωμένουσ, καὶ ἀμαυρὰ βλέποντασ, καὶ οἷσιν ἦχοι τῶν οὐάτων ἐμπίπτουσι, καὶ τῆσ οὐρήθρησ ἀκρατέωσ διακειμένουσ, τοὺσ ἰκτεριώδεασ, καὶ ὧν αἱ κοιλίαι ὠμὰ ἐκβάλλουσι, καὶ αἱμοῤῬαγέοντασ ἐκ Ῥινὸσ ἢ καθ’ ἕδρην σφοδρῶσ, ἢν ἐν ἐμφυσήμασιν ἐώσιν, ἢ πόνοσ αὐτοῖσιν ἐπιτρέχῃ σφοδρὸσ, καὶ μὴ ἐπικρατέωσιν‧ τῶν τοιῶνδε μηδένα φαρμακεύειν‧ κίνδυνόν τε γὰρ ἕξει, καὶ οὐδὲν ὀνήσεισ, τάσ τε ἀπὸ ταὐτομάτου ἀπαλλάξιασ καὶ κρίσιασ ἀφαιρήσεισ. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 23.1)
- εἰ δὲ τοῦτο ψεύδονται, ἀλλ’ ὅτι γε τῶν ἀνθρωπίνων πεζῇ πορειῶν αὕτη ταχίστη, τοῦτο εὔδηλον. (Xenophon, Cyropaedia, , chapter 6 24:3)
- ταχὺ δὲ πορείων ὑποτρόχων κατασκευασθέντων, ἅμα τῷ λόγῳ τοὔργον εἰλήφει συντέλειαν, ἅτε προθυμίασ καὶ πολυχειρίασ ὁμοῦ τῇ προθέσει συνεργούσησ. (Polybius, Histories, book 8, chapter 34 11:1)
Synonyms
-
a walking
-
a going
-
a march
-
a crossing of water