Ancient Greek-English Dictionary Language

λυπρός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: λυπρός λυπρή λυπρόν

Structure: λυπρ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: lupe/w

Sense

  1. wretched, poor, sorry
  2. causing pain, offensive, troublesome
  3. painful, distressing
  4. aegre ferebat

Examples

  • λόχοισ δ’ ἐνεστὼσ ὥσπερ Ἀργεῖοσ γεγὼσ ἤμυνε χώρᾳ, χὡπότ’ εὖ πράσσοι πόλισ, ἔχαιρε, λυπρῶσ δ’ ἔφερεν, εἴ τι δυστυχοῖ. (Euripides, Suppliants, episode 1:5)
  • τὸ μὴ γενέσθαι τῷ θανεῖν ἴσον λέγω, τοῦ ζῆν δὲ λυπρῶσ κρεῖσσόν ἐστι κατθανεῖν. (Euripides, The Trojan Women, episode, antistrophe 3 2:2)
  • λυπρῶσ νιν εἰσίδοιμ’ ἂν ἐξῳνωμένασ. (Euripides, episode, trochees 11:5)
  • Κρέων δ’ ἐοίκε τῶν ἐμῶν νυμφευμάτων τῶν τ’ Οἰδίπου δύστηνοσ ἀπολαῦσαι κακῶν, παιδὸσ στερηθείσ, τῇ πόλει μὲν εὐτυχῶσ, ἰδίᾳ δὲ λυπρῶσ. (Euripides, Phoenissae, episode 13:3)
  • ἐκεῖ δὲ λυπρῶσ πράττων καί κακῶσ διατρέφων τοὺσ μισθοφόρουσ, ὑπὸ Λεπτίνου καί Πολυπέρχοντοσ ἀνῃρέθη, χρησαμένων ξιφιδίῳ κατὰ τύχην ᾧ καί Δίωνα πληγῆναί φασιν. (Plutarch, Dion, chapter 58 3:2)

Synonyms

  1. wretched

  2. causing pain

  3. painful

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION