헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

φρουρέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: φρουρέω

형태분석: φρουρέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: frou=ros

  1. 보호하다, 지키다, 감시하다, 방어하다
  2. 관찰하다, 살피다, 알아차리다
  3. 조심하다, 경계를 늦추지 않다, 유의하다
  1. to keep watch or guard
  2. to watch, guard, to be watched or guarded
  3. to watch for, observe
  4. to be on one's guard against, beware of

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 φρούρω

φρούρεις

φρούρει

쌍수 φρούρειτον

φρούρειτον

복수 φρούρουμεν

φρούρειτε

φρούρουσιν*

접속법단수 φρούρω

φρούρῃς

φρούρῃ

쌍수 φρούρητον

φρούρητον

복수 φρούρωμεν

φρούρητε

φρούρωσιν*

기원법단수 φρούροιμι

φρούροις

φρούροι

쌍수 φρούροιτον

φρουροίτην

복수 φρούροιμεν

φρούροιτε

φρούροιεν

명령법단수 φροῦρει

φρουρεῖτω

쌍수 φρούρειτον

φρουρεῖτων

복수 φρούρειτε

φρουροῦντων, φρουρεῖτωσαν

부정사 φρούρειν

분사 남성여성중성
φρουρων

φρουρουντος

φρουρουσα

φρουρουσης

φρουρουν

φρουρουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 φρούρουμαι

φρούρει, φρούρῃ

φρούρειται

쌍수 φρούρεισθον

φρούρεισθον

복수 φρουροῦμεθα

φρούρεισθε

φρούρουνται

접속법단수 φρούρωμαι

φρούρῃ

φρούρηται

쌍수 φρούρησθον

φρούρησθον

복수 φρουρώμεθα

φρούρησθε

φρούρωνται

기원법단수 φρουροίμην

φρούροιο

φρούροιτο

쌍수 φρούροισθον

φρουροίσθην

복수 φρουροίμεθα

φρούροισθε

φρούροιντο

명령법단수 φρούρου

φρουρεῖσθω

쌍수 φρούρεισθον

φρουρεῖσθων

복수 φρούρεισθε

φρουρεῖσθων, φρουρεῖσθωσαν

부정사 φρούρεισθαι

분사 남성여성중성
φρουρουμενος

φρουρουμενου

φρουρουμενη

φρουρουμενης

φρουρουμενον

φρουρουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὑμᾶσ δὲ βάντασ χρὴ προταινὶ τάξεων φρουρεῖν ἐγερτὶ καὶ νεῶν κατάσκοπον δέχθαι Δόλωνα· (Euripides, Rhesus, episode, iambic 2:23)

    (에우리피데스, Rhesus, episode, iambic 2:23)

  • στόμα τ’ εὔφημον φρουρεῖν ἀγαθόν, φήμασ τ’ ἀγαθὰσ τοῖσ ἐθέλουσιν μαντεύεσθαι γλώσσησ ἰδίασ ἀποφαίνειν. (Euripides, Ion, choral, anapests6)

    (에우리피데스, Ion, choral, anapests6)

  • ἄγ’, ὦ γεραιέ, πολλὰ μὲν παρ’ ἀσπίδα μοχθήματ’ ἐξέπλησασ ἐκπονῶν ἐμοί, καὶ νῦν μετασχὼν τῆσ ἐμῆσ εὐπραξίασ ἄγγειλον ἐλθὼν τοῖσ λελειμμένοισ φίλοισ τάδ’ ὡσ ἔχονθ’ ηὑρ́ηκασ οἷ τ’ ἐσμὲν τύχησ, μένειν τ’ ἐπ’ ἀκταῖσ τούσ τ’ ἐμοὺσ καραδοκεῖν ἀγῶνασ οἳ μένουσί μ’, ὡσ ἐλπίζομεν, κεἰ τήνδε πωσ δυναίμεθ’ ἐκκλέψαι χθονόσ, φρουρεῖν ὅπωσ ἂν εἰσ ἓν ἐλθόντεσ τύχησ ἐκ βαρβάρων σωθῶμεν, ἢν δυνώμεθα. (Euripides, Helen, episode, dialogue 1:1)

    (에우리피데스, Helen, episode, dialogue 1:1)

  • καὶ ἐπειδὴ ἔμαθεν, ὡσ εἶχεν εὐθὺσ ἐπὶ τὸ δεσμωτήριον δρομαῖοσ ἐλθών, τότε μὲν οὐκ εἰσεδέχθη, ἑσπέρα γὰρ ἦν, καὶ ὁ δεσμοφύλαξ πάλαι κεκλεικὼσ τὴν θύραν ἐκάθευδε, φρουρεῖν τοῖσ οἰκέταισ παρακελευσάμενοσ· (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 29:2)

    (루키아노스, Toxaris vel amicitia, (no name) 29:2)

  • ἄξιον δὲ κρίνασ Ιἄκωβον ὁπλίτην τῶν περὶ ἐμὲ πιστὸν κελεύω διακοσίουσ ὁπλίτασ λαβόντα φρουρεῖν τὰσ ἀπὸ Γαβάρων εἰσ τὴν Γαλιλαίαν ἐξόδουσ, καὶ τοὺσ παριόντασ συλλαμβάνοντα πρὸσ ἐμὲ πέμπειν, μάλιστα δὲ τοὺσ μετὰ γραμμάτων ἁλισκομένουσ· (Flavius Josephus, 286:1)

    (플라비우스 요세푸스, 286:1)

유의어

  1. to keep watch or guard

  2. 보호하다

  3. 관찰하다

  4. 조심하다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION