Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐλεεινός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἐλεεινός ἐλεεινή ἐλεεινόν

Structure: ἐλεειν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: e)/leos

Sense

  1. finding pity, pitied or moving pity, pitiable, piteous, piteous, piteous
  2. shewing pity, pitying, of pity, feeling of pity
  3. pitiably

Examples

  • "παιδίον γὰρ πάγκαλον ἐκ τῆσ αἰσχίστησ αὐτῷ ταύτησ ἐγένετο, καὶ πρῴην γε, ἐπεὶ ἀράμενοσ αὐτὸ εἰσεκόμισεν ὁ πατὴρ εἰσ τὸ βουλευτήριον θαλλῷ ἐστεμμένον καὶ μέλανα ἀμπεχόμενον, ὡσ ἐλεεινότερον φανείη ὑπὲρ τοῦ πάππου, τὸ μὲν βρέφοσ ἀνεγέλασε πρὸσ τοὺσ βουλευτὰσ καὶ συνεκρότει τὼ χεῖρε, ἡ βουλὴ δὲ ἐπικλασθεῖσα πρὸσ αὐτὸ ἀφίησι τῷ Μενεκράτει τὴν καταδίκην καὶ ἤδη ἐπίτιμόσ ἐστι, τηλικούτῳ συνηγόρῳ χρησάμενοσ πρὸσ τὸ συνέδριον. (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 24:20)
  • ἐλεεινότερον δὲ δήπου τὸ πρὸσ τῶν οἰκείων ἢ τῶν ἀλλοτρίων ἐλαύνεσθαι. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books IV-VI, book 6, chapter 80 3:3)
  • Πατρεῖσ δὲ καὶ τὸ μετὰ τούτων συντελικὸν βραχεῖ χρόνῳ πρότερον ἐπταίκει κατὰ τὴν Φωκίδα, καὶ τὸ συμβαῖνον ἦν πολλῷ τῶν κατὰ Πελοπόννησον ἐλεεινότερον. (Polybius, Histories, book 38, chapter 16 4:1)

Synonyms

  1. finding pity

  2. pitiably

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION