Ancient Greek-English Dictionary Language

εἰρεσία

First declension Noun; Feminine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: εἰρεσία

Structure: εἰρεσι (Stem) + ᾱ (Ending)

Etym.: e)re/ssw

Sense

  1. rowing
  2. the rowers, oarsmen
  3. a boat-song

Declension

First declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • κελευστὴσ δὲ ἐφειστήκει αὐτοῖσ, καὶ πρὸσ τὴν εἰρεσίαν ὀξέωσ ἐκινοῦντο ὥσπερ τὰ μακρὰ τῶν πλοίων. (Lucian, Verae Historiae, book 1 40:8)
  • οὐδ’ τῆσ νεὼσ κίνησισ ἀκώλυτοσ ἂν εἰή, ἂν αἱ περὶ τὸ ἱστίον ἢ τὴν εἰρεσίαν ἐνέργειαι κωλύσεισ τινὰσ ἔχωσιν. (Plutarch, De Stoicorum repugnantiis, section 47 16:2)
  • καὶ τὴν εἰρεσίαν ἅπασαν παρέξειν, οὐ μόνον καταγγέλλοντεσ τοῖσ ἰδίοισ στρατεύμασιν, ἀλλὰ κἀκείνοισ ἁπάσασ τὰσ εἰσ πόλεμον δαπάνασ ἐπιχορηγοῦντεσ· (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 15, chapter 6 6:1)
  • Ἐν τούτῳ δὲ καὶ οἱ ἀμφὶ Νικάνορα ἀπὸ τῆσ Λάδησ τὴν ὁρμὴν τῶν ξὺν Ἀλεξάνδρῳ κατιδόντεσ ἐσ τὸν λιμένα ἐπέπλεον τῶν Μιλησίων παρὰ γῆν τὴν εἰρεσίαν ποιούμενοι, καὶ κατὰ τὸ στόμα τοῦ λιμένοσ, ᾗπερ τὸ στενότατον ἦν, ἀντιπρώρουσ βύζην τὰσ τριήρεισ ὁρμίσαντεσ ἀποκεκλείκεσαν τῷ μὲν Περσικῷ ναυτικῷ τὸν λιμένα, τοῖσ Μιλησίοισ δὲ τὴν ἐκ τῶν Περσῶν ὠφέλειαν. (Arrian, Anabasis, book 1, chapter 19 3:1)
  • ὁ δὲ βασιλεὺσ ἐπὶ πεντήρουσ περιπλέων ἐκέλευε τοὺσ ἰδίουσ ἐσ τὸ πέλαγοσ ἀνάγειν ἐπὶ κέρωσ, καὶ τὴν εἰρεσίαν ἐπιταχύναντασ περικυκλοῦσθαι τοὺσ πολεμίουσ ὀλιγωτέρουσ ὄντασ, μέχρι δείσαντεσ οἱ Ῥόδιοι περὶ τῇ κυκλώσει ὑπεχώρουν κατ’ ὀλίγον· (Appian, The Foreign Wars, chapter 4 3:5)

Synonyms

  1. rowing

  2. the rowers

  3. a boat-song

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION