δεσπότης
1군 변화 명사; 남성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
δεσπότης
δεσπότου
형태분석:
δεσποτ
(어간)
+
ης
(어미)
어원: The latter part -po/ths is prob. from same Root as po/sis, and Lat. potis, potior: the syll. des- is uncertain.
뜻
- 주인, 통치자, 대가
- 통치자, 왕, 지배자
- 주인, 소유자, 승리
- master, lord (most commonly in the context of one who owns slaves)
- ruler, despot
- generally: owner
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- φοβηθέντεσ καὶ αἰσχυνθέντεσ ἀνθρώπουσ ὑπεσκελίσθησαν. ὁ δὲ πεποιθὼσ ἐπὶ Κυρίῳ εὐφρανθήσεται. ἀσέβεια ἀνδρὶ δίδωσι σφάλμα, ὃσ δὲ πέποιθεν ἐπὶ τῷ δεσπότῃ, σωθήσεται. (Septuagint, Liber Proverbiorum 29:25)
(70인역 성경, 잠언 29:25)
- ὁμοίᾳ δὲ δίκῃ δοῦλοσ ἅμα δεσπότῃ κολασθεὶσ καὶ δημότησ βασιλεῖ τὰ αὐτὰ πάσχων, (Septuagint, Liber Sapientiae 18:11)
(70인역 성경, 지혜서 18:11)
- οἰκέτησ λέγων τῷ δεσπότῃ. ὡσ ἀρέσκει οὐ ποιήσω, ἐὰν μετὰ ταῦτα ποιήσῃ, παροργίζει τὸν τρέφοντα αὐτόν]. (Septuagint, Liber Sirach 19:21)
(70인역 성경, Liber Sirach 19:21)
- οἱ δὲ πεμπόμενοι, ἰδιῶταί τινεσ οἰκέται, ῥᾳδίωσ ἐξαπατηθέντεσ ἂν ἐπανῄεσαν, τὰ μὲν ἰδόντεσ, τὰ δὲ ὡσ ἰδόντεσ καὶ ἀκούσαντεσ διηγούμενοι καὶ προσεπιμετροῦντεσ ἔτι πλείω τούτων, ὡσ ἐντιμότεροι εἰε͂ν παρὰ τῷ δεσπότῃ. (Lucian, Alexander, (no name) 30:6)
(루키아노스, Alexander, (no name) 30:6)
- ἐν δευτέρῳ δὲ ἢ τρίτῳ, ὁπότε εἰκὸσ διαπεπονῆσθαι τὴν κύνα, κωλῦσαι ἄν μοι δοχῶ θαμινὰ ἀνακαλεῖν αὐτὴν ὀνομαστί, μή ποτε ἄρα ὑπὸ μένουσ καὶ προθυμίασ, χαρίζεσθαι τῷ δεσπότῃ ἐθέλουσα, ἔπειτα παρὰ δύναμιν ἐνταθεῖσα ῥήξειέν τι τῶν ἐντόσ. (Arrian, Cynegeticus, chapter 17 2:2)
(아리아노스, Cynegeticus, chapter 17 2:2)