Ancient Greek-English Dictionary Language

πυκνός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πυκνός πυκνή πυκνόν

Structure: πυκν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pu/c

Sense

  1. close, compact
  2. close, firm, solid, a well-stuffed
  3. close-packed, crowded, thick, close, dense, a shower of
  4. frequent, many
  5. well put together, compact, fast, strong
  6. close, concealed
  7. strong, great, sore, excessive
  8. sagacious, shrewd, wise, the wise
  9. close or fast
  10. very much, constantly, sorely, greatly
  11. sagaciously, shrewdly, craftily
  12. much, often;
  13. strongly
  14. thick-falling
  15. carefully, diligently

Examples

  • ἔτι καὶ τῷ καθύπερθε πυκνῷ σανιδώματι διακειμένῳ, ὅπωσ πάντοθεν ἐσκοτισμένοι τοὺσ ὀφθαλμοὺσ ἀγωγὴν ἐπιβούλων ἐν παντὶ τῷ κατάπλῳ λαμβάνωσι. (Septuagint, Liber Maccabees III 4:10)
  • τῆσ ὀριγάνου πρώτιστον ὑποθεὶσ εἰσ λοπάδα νεανικὴν τὸ τρίμμ’ ἐπιπολῆσ εὐρύθμωσ διειμένον ὄξει, σιραίῳ χρωματίσασ καὶ σιλφίῳ, πυκνῷ πατάξασ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 69 3:4)
  • εἰ μὲν γὰρ μένει ὁποῖὸσ γ’ ἐστι φύσει, πῶσ τὸ μέλαν ἐν τῷ μὴ λευκῷ λευκότησ γίγνεται καὶ τὸ μαλθακὸν ἐν τῷ μὴ σκληρῷ σκληρότησ καὶ τὸ μανὸν ἐν τῷ μὴ πυκνῷ πυκνότησ; (Plutarch, De Stoicorum repugnantiis, section 43 3:1)
  • ἣν οὖν ὁ Σοφοκλέουσ Μενέλαοσ εἰκόνα ταῖσ αὑτοῦ τύχαισ παρατίθησιν, ἀλλ’ οὑμὸσ ἀεὶ πότμοσ ἐν πυκνῷ θεοῦ τροχῷ κυκλεῖται καὶ μεταλλάσσει φύσιν, ὥσπερ σελήνησ δ’ ὄψισ εὐφρόνασ δύο στῆναι δύναιτ’ ἂν οὔποτ’ ἐν μορφῇ μιᾷ, ἀλλ’ ἐξ ἀδήλου πρῶτον ἔρχεται νέα πρόσωπα καλλύνουσα καὶ πληρουμένη, χὥτανπερ αὑτῆσ εὐγενεστάτη φανῇ, πάλιν διαρρεῖ κεἰσ τὸ μηδὲν ἔρχεται, ταύτῃ μᾶλλον ἄν τισ ἀπεικάσαι τὰ Δημητρίου πράγματα καὶ τὰσ περὶ αὐτὸν αὐξήσεισ καὶ φθίσεισ καὶ ἀναπληρώσεισ καὶ ταπεινότητασ, οὗ γε καὶ τότε παντάπασιν ἀπολείπειν καὶ κατασβέννυσθαι δοκοῦντοσ ἀνέλαμπεν αὖθισ ἡ ἀρχή, καὶ δυνάμεισ τινὲσ ἐπιρρέουσαι κατὰ μικρὸν ἀνεπλήρουν τὴν ἐλπίδα. (Plutarch, Demetrius, chapter 45 2:1)
  • Στράτων ἄστρου φῶσ περιληφθὲν νέφει πυκνῷ, καθάπερ ἐπὶ τῶν λαμπτήρων γίνεται. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 3, 4:1)

Synonyms

  1. close

  2. close

  3. close-packed

  4. frequent

  5. close

  6. sagacious

  7. close or fast

  8. much

  9. strongly

  10. thick-falling

Related

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION