헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσμένω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσμένω προσμενῶ

형태분석: προς (접두사) + μέν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 매달리다
  2. 기다리다, 예상하다, 기대하다, 대기하다, 고대하다
  1. to bide or wait still longer
  2. to remain attached to, to cleave to, to continue in
  3. to wait for, await, to wait for, to stand one's ground against

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσμένω

προσμένεις

προσμένει

쌍수 προσμένετον

προσμένετον

복수 προσμένομεν

προσμένετε

προσμένουσιν*

접속법단수 προσμένω

προσμένῃς

προσμένῃ

쌍수 προσμένητον

προσμένητον

복수 προσμένωμεν

προσμένητε

προσμένωσιν*

기원법단수 προσμένοιμι

προσμένοις

προσμένοι

쌍수 προσμένοιτον

προσμενοίτην

복수 προσμένοιμεν

προσμένοιτε

προσμένοιεν

명령법단수 προσμένε

προσμενέτω

쌍수 προσμένετον

προσμενέτων

복수 προσμένετε

προσμενόντων, προσμενέτωσαν

부정사 προσμένειν

분사 남성여성중성
προσμενων

προσμενοντος

προσμενουσα

προσμενουσης

προσμενον

προσμενοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσμένομαι

προσμένει, προσμένῃ

προσμένεται

쌍수 προσμένεσθον

προσμένεσθον

복수 προσμενόμεθα

προσμένεσθε

προσμένονται

접속법단수 προσμένωμαι

προσμένῃ

προσμένηται

쌍수 προσμένησθον

προσμένησθον

복수 προσμενώμεθα

προσμένησθε

προσμένωνται

기원법단수 προσμενοίμην

προσμένοιο

προσμένοιτο

쌍수 προσμένοισθον

προσμενοίσθην

복수 προσμενοίμεθα

προσμένοισθε

προσμένοιντο

명령법단수 προσμένου

προσμενέσθω

쌍수 προσμένεσθον

προσμενέσθων

복수 προσμένεσθε

προσμενέσθων, προσμενέσθωσαν

부정사 προσμένεσθαι

분사 남성여성중성
προσμενομενος

προσμενομενου

προσμενομενη

προσμενομενης

προσμενομενον

προσμενομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to bide or wait still longer

  2. 매달리다

  3. 기다리다

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION