πορθμός?
2군 변화 명사; 남성
자동번역
로마알파벳 전사: porthmos
고전 발음: [뽀르트모스]
신약 발음: [뽀르트모스]
기본형:
πορθμός
πορθμοῦ
형태분석:
πορθμ
(어간)
+
ος
(어미)
뜻
- 해협, 통로, 수로, 어귀
- 문자, 입구, 통과, 강어귀
- a ferry or a place crossed by a ferry, a strait, firth
- a crossing by a ferry, passage, a passage to
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ὁ δὲ Σπάρτακος ὑπεξεχώρει διὰ Λευκανίας εἰς τὴν θάλασσαν ἐν δὲ πορθμῷ λῃστρίσι Κιλίσσαις ἐπιτυχὼν ὡρ´μησεν ἅψασθαι Σικελίας καὶ δισχιλίους ἄνδρας ἐμβαλὼν εἰς τὴν νῆσον αὖθις ἐκζωπυρῆσαι τὸν δουλικὸν ἐκεῖ πόλεμον, οὔπω πολὺν χρόνον ἀπεσβηκότα καὶ μικρῶν πάλιν ὑπεκκαυμάτων δεόμενον. (Plutarch, chapter 10 3:3)
(플루타르코스, chapter 10 3:3)
- ἐστὶ δὲ κεδνὸς κἀν πορθμῷ πρὸς ἄκραισι Πελωριάδος προβολαῖσι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 964)
(아테나이오스, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 964)
- ἐνταῦθα ναῦταί τινες ἐντυγχάνουσιν αὐτῷ νέον ἐκ τῶν Ἀτλαντικῶν νήσων ἀναπεπλευκότες, αἳ δύο μέν εἰσι λεπτῷ παντάπασι πορθμῷ διαιρούμεναι, μυρίους δ ἀπέχουσι Λιβύης σταδίους καὶ ὀνομάζονται Μακάρων. (Plutarch, Sertorius, chapter 8 2:1)
(플루타르코스, Sertorius, chapter 8 2:1)
- τῶν δὲ βαρβάρων συστάντων ἐπ αὐτὸν ἀποπλέοντα, Καρχηδονίοις μὲν ἐν τῷ πορθμῷ ναυμαχήσας ἀπέβαλε τῶν νεῶν πολλάς, ταῖς δ᾿ ἄλλαις κατέφυγε πρὸς τὴν Ἰταλίαν, Μαμερτῖνοι δὲ μυρίων οὐκ ἐλάττους προδιαβάντες ἀντιτάξασθαι μὲν ἐφοβήθησαν, ἐν δὲ ταῖς δυσχωρίαις ἐπιτιθέμενοι καὶ προσπίπτοντες ἅπαν τὸ στράτευμα συνετάραξαν. (Plutarch, chapter 24 1:1)
(플루타르코스, chapter 24 1:1)
- ἔπλει γοῦν ποτε πεντηκόντορον ἔχων, ὡς λόγος, Μιλησίους τινὰς ἄγουσαν ἄνδρας, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ <Νάξου καὶ > Πάρου πορθμῷ τῆς νεὼς ἀνατραπείσης καὶτῶν ἄλλων διαφθαρέντων, τὸν Κοίρανον ἔσωσαν δελφῖνες: (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , 501)
(작자 미상, 비가, , 501)
유의어
-
해협
-
문자
- πορθμεῖον (나루, 수송선, 나룻배)
- πόρθμευμα (나루, 수송선, 문자)
- πέρασις (교차로, 횡단)
- διάβασις (문자, 입구, 통과)
- ὑπερβολή (문자, 입구, 통과)
- πορθμεῖον (a passage-boat, ferry-boat)
- πορεία (문자, 입구, 통과)