헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πολύπονος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πολύπονος πολύπονον

형태분석: πολυπον (어간) + ος (어미)

  1. 아픈, 괴로운, 힘드는, 고생스러운
  1. much-labouring, much-suffering
  2. full of pain and suffering, painful, toilsome

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 πολύπονος

(이)가

πολύπονον

(것)가

속격 πολυπόνου

(이)의

πολυπόνου

(것)의

여격 πολυπόνῳ

(이)에게

πολυπόνῳ

(것)에게

대격 πολύπονον

(이)를

πολύπονον

(것)를

호격 πολύπονε

(이)야

πολύπονον

(것)야

쌍수주/대/호 πολυπόνω

(이)들이

πολυπόνω

(것)들이

속/여 πολυπόνοιν

(이)들의

πολυπόνοιν

(것)들의

복수주격 πολύπονοι

(이)들이

πολύπονα

(것)들이

속격 πολυπόνων

(이)들의

πολυπόνων

(것)들의

여격 πολυπόνοις

(이)들에게

πολυπόνοις

(것)들에게

대격 πολυπόνους

(이)들을

πολύπονα

(것)들을

호격 πολύπονοι

(이)들아

πολύπονα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ἰλίου κατασκαφαὶ πυρὶ μέλουσι δαί̈ῳ δι’ ἐμὲ τὰν πολυκτόνον, δι’ ἐμὸν ὄνομα πολύπονον. (Euripides, Helen, choral, strophe 23)

    (에우리피데스, Helen, choral, strophe 23)

  • ἐπεὶ δὲ τῆσ βασιλείασ Ἄγιδι προσηκούσησ κατὰ τὸν νόμον ἰδιώτησ ἐδόκει βιοτεύσειν ὁ Ἀγησίλαοσ, ἤχθη τὴν λεγομένην ἀγωγὴν ἐν Λακεδαίμονι, σκληρὰν μὲν οὖσαν τῇ διαίτῃ καί πολύπονον, παιδεύουσαν δὲ τοὺσ νέουσ ἄρχεσθαι. (Plutarch, Agesilaus, chapter 1 1:2)

    (플루타르코스, Agesilaus, chapter 1 1:2)

  • "οὐδὲν γὰρ ἡ φύσισ ἐκβέβληκεν ἐκ τοῦ κόσμου τῶν εἰρημένων, ἀλλ’ ἐποίησεν ὑπογείουσ αὐτῶν φλέβασ πολύπονον καὶ χαλεπὴν ἐχούσασ ἐργασίαν, ὅπωσ οἱ περὶ ταῦτα σπουδάζοντεσ ὀδυνώμενοι μετίωσι τὴν κτῆσιν, καὶ οὐχ οἱ μεταλλεύοντεσ μόνοι ἀλλὰ καὶ οἱ τὰ μεταλλευθέντα συναγείροντεσ μυρίοισ μόχθοισ θηρεύωσι τὴν περίβλεπτον ταύτην πολυκτησίαν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 6, book 6, chapter 1941)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 6, book 6, chapter 1941)

  • Ἄμιστρισ Ἀμφιστρεύσ τε πολύπονον δόρυ νωμῶν, ὅ τ’ ἐσθλὸσ Ἀριόμαρδοσ Σάρδεσι πένθοσ παρασχών, Σεισάμησ θ’ ὁ Μύσιοσ, Θάρυβίσ τε πεντήκοντα πεντάκισ νεῶν ταγόσ, γένοσ Λυρναῖοσ, εὐειδὴσ ἀνήρ, κεῖται θανὼν δείλαιοσ οὐ μάλ’ εὐτυχῶσ· (Aeschylus, Persians, episode15)

    (아이스킬로스, 페르시아인들, episode15)

  • πολλὰ γὰρ ὥστ’ ἀκάμαντοσ ἢ νότου ἢ βορέα τισ κύματ’ ἂν εὐρέϊ πόντῳ βάντ’ ἐπιόντα τ’ ἴδοι, οὕτῶ δὲ τὸν Καδμογενῆ στρέφει, τὸ δ’ αὔξει, βιότου πολύπονον ὥσπερ πέλαγοσ Κρήσιον. (Sophocles, Trachiniae, choral, strophe 21)

    (소포클레스, 트라키니아이, choral, strophe 21)

유의어

  1. much-labouring

  2. 아픈

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION