Ancient Greek-English Dictionary Language

ὁμότεχνος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὁμότεχνος ὁμότεχνον

Structure: ὁμοτεχν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: te/xnh

Sense

  1. practising the same craft with, a fellow-workman

Examples

  • ὁ δὲ Πτολεμαῖοσ ὡσ ἂν καὶ τἆλλα οὐ κάρτα φρενήρησ τισ ὤν, ἀλλ’ ἐν κολακείᾳ δεσποτικῇ τεθραμμένοσ, οὕτωσ ἐξεκαύθη καὶ συνεταράχθη πρὸσ τῆσ παραδόξου ταύτησ διαβολῆσ, ὥστε μηδὲν τῶν εἰκότων λογισάμενοσ, μηδ’ ὅτι ἀντίτεχνοσ ἦν ὁ διαβάλλων μηδ’ ὅτι μικρότεροσ ἢ κατὰ τηλικαύτην προδοσίαν ζωγράφοσ, καὶ ταῦτα εὖ πεπονθὼσ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ παρ’ ὁντινοῦν τῶν ὁμοτέχνων, τετιμημένοσ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ παράπαν εἰ ἐξέπλευσεν Ἀπελλῆσ ἐσ Τύρον ἐξετάσασ, εὐθὺσ ἐξεμήνιεν καὶ βοῆσ ἐνεπίμπλα τὰ βασίλεια τὸν ἀχάριστον κεκραγὼσ καὶ τὸν ἐπίβουλον καὶ συνωμότην. (Lucian, Calumniae non temere credundum, (no name) 3:1)
  • ἐάσον ὑπὸ τῶν ὁμοτέχνων φθονεῖσθαι. (Lucian, Abdicatus, (no name) 32:3)
  • τοῦθ’ ἕτεροσ οὐδεὶσ τῶν ὁμοτέχνων μου ποιεῖ . (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 9, book 9, chapter 35 3:18)
  • ὁ δ’ εὐθὺσ ἐξάρασ πρόχουν τῶν ὁμοτέχνων τισ τοῦ μὲν ἀκαρῆ παντελῶσ κατέχει, κατὰ δὲ τῶν ἰχθύων ἁπαξάπαν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 6, book 6, chapter 6 3:2)
  • ‐ Καὶ πάνυ μοι δοκεῖ πορνοβοσκὸσ εὔξασθαι ἂν ἀνδρῶν ὁμοτέχνων πολλὴν ἐρημίαν. (Dio, Chrysostom, Orationes, speech 60 9:3)

Synonyms

  1. practising the same craft with

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION