Ancient Greek-English Dictionary Language

ὁμότεχνος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὁμότεχνος ὁμότεχνον

Structure: ὁμοτεχν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: te/xnh

Sense

  1. practising the same craft with, a fellow-workman

Examples

  • πότον τινὰ συγκροτοῦσαι αὐτ1ή τε καὶ Δημώνασσα ἡ Κορινθία, πλουτοῦσα δὲ καὶ αὐτὴ καὶ ὁμότεχνοσ οὖσα τῇ Μεγίλλῃ, παρέλαβον κἀμὲ κιθαρίζειν αὐταῖσ· (Lucian, Dialogi meretricii, 2:5)
  • ὑπὸ γάρ τινων εὐπόρων, καὶ στενῶν ἔνδοσιν ἀναλαμβανόντων, ἑκατέρῃ ἐπὴν ἐπιτύχωσι, εὐδοκιμέουσι, καὶ διαπιπτόντων ἐπὶ τὸ χεῖρον καταχλιδεῦσι, καταμεμεληκότεσ τὰ τῆσ τέχνησ ἀνυπεύθυνα, ἐφ’ οἷσ ἂν ἰητρὸσ ἀγαθὸσ ἀκμάζοι ὁμότεχνοσ καλεόμενοσ. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, PARAGGELIAI, vii.3)
  • τοιαύτησ τινὸσ καὶ σὺ συνουσίασ ἐπιθυμεῖσ ἀνδρὸσ ὅστισ τυγχάνει ὁμότεχνοσ ὢν Καλλικρίτῃ τῇ Κυάνησ καὶ "ἐπίσταται τυραννικά," ὥσπερ ἐκείνην ἔφη ὁ ποιητήσ, ἵνα καὶ σὺ ἡμῖν τύραννοσ γένῃ καὶ τῇ πόλει; (Plato, Alcibiades 1, Alcibiades 2, Hipparchus, Lovers, Theages, Charmides, Laches, Lysis, 28:13)
  • καὶ γὰρ αὐτὸσ ὁμότεχνὸσ εἰμί σοι, καὶ εἰ βούλει, ἕπου πρὸσ τὴν ἀρτόπωλιν καὶ ὄψει με διὰ μιᾶσ ἐπῳδῆσ καὶ μικροῦ τοῦ ^ φαρμάκου πείθοντα αὐτὴν δοῦναί μοι τῶν ἄρτων, αἰνιττόμενοσ τὸ νόμισμα ὡσ τὰ ἴσα τῇ ἐπῳδῇ δυνάμενον. (Lucian, (no name) 23:2)
  • ἐπρίατο γάρ τισ ὁμότεχνόσ με γνώριμοσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 77 5:7)

Synonyms

  1. practising the same craft with

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION