- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μέλιττα?

1군 변화 명사; 여성 로마알파벳 전사: melitta 고전 발음: [멜릿따] 신약 발음: [맬릿따]

기본형: μέλιττα μελίττης

형태분석: μελιττ (어간) + α (어미)

어원: attic for μέλισσα.

  1. 벌, 꿀벌
  1. a bee
  2. (poetic) honey

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 μέλιττα

벌이

μελίττα

벌들이

μέλιτται

벌들이

속격 μελίττης

벌의

μελίτταιν

벌들의

μελιττῶν

벌들의

여격 μελίττῃ

벌에게

μελίτταιν

벌들에게

μελίτταις

벌들에게

대격 μέλιτταν

벌을

μελίττα

벌들을

μελίττας

벌들을

호격 μέλιττα

벌아

μελίττα

벌들아

μέλιτται

벌들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἡ μυῖα ἔστι μὲν οὐ τὸ σμικροτάτον τῶν ὀρνέων, ὅσον ἐμπίσι καὶ κώνωψι καὶ τοῖς ἔτι λεπτοτέροις παραβάλλειν, ἀλλὰ τοσοῦτον ἐκείνων μεγέθει προὔχει ὅσον αὐτὴ μελίττης ἀπολείπεται. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 1:1)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 1:1)

  • καὶ μὴν κἀκεῖνο πρόσεστιν αὐτῇ, τὸ μὴ καθ ἡσυχίαν, ἀλλὰ μετ ᾠδῆς πέτεσθαι οὐκ ἀπηνοῦς οἱά κωνώπων καὶ ἐμπίδων, οὐδὲ τὸ βαρύβρομον τῶν μελιττῶν ἢ τῶν σφηκῶν τὸ φοβερὸν καὶ ἀπειλητικὸν ἐνδεικνυμένης, ἀλλὰ τοσοῦτόν ἐστι λιγυρωτέρα, ὅσον σάλπιγγος καὶ κυμβάλων αὐλοὶ μελιχρότεροι. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 2:2)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 2:2)

  • ἀμύνεται μέντοι οὐ κατὰ τοὐρροπύγιον ὡς σφὴξ καὶ μέλιττα, ἀλλὰ τῷ στόματι καὶ τῇ προβοσκίδι, ἣν κατὰ τὰ αὐτὰ τοῖς ἐλέφασι καὶ αὐτὴ ἔχουσα προνομεύει τε καὶ ἐπιλαμβάνεται καὶ προσφῦσα κατέχει κοτυληδόνι κατὰ τὸ ἄκρον ἐοικυῖαν. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 3:4)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 3:4)

  • καὶ γὰρ αἱ αἶγες αὐτῇ ἀμέλγονται, καὶ ἡ μέλιττα οὐχ ἥκιστα, μυίαις καὶ ἀνθρώποις ἐργάζεται, καὶ οἱ ὀψοποιοὶ ταύτῃ τὰ ὄψα ἡδύνουσι, καὶ βασιλέων αὐτῶν προγεύεται καὶ ταῖς τραπέζαις ἐμπεριπατοῦσα συνεστιᾶται αὐτοῖς καὶ συναπολαύει πάντων. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 8:2)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 8:2)

  • ὦ χρυσοδαίδαλτον ἐμὸν μέλημα, Κύπριδος ἔρνος, μέλιττα Μούσης, Χαρίτων θρέμμα, Τρυφῆς πρόσωπον, ἄνοιξον ἀσπάζου με: (Aristophanes, Ecclesiazusae, Lyric-Scene, antistrophe 21)

    (아리스토파네스, Ecclesiazusae, Lyric-Scene, antistrophe 21)

  • οὐκέτι σύνεστιν - ἀλλὰ παρὰ τὴν Σιμίχην, ὦ Μέλιττα, οἴχεται Χαρῖνος - δἰ ἣν τοσαύτας ὀργὰς τῶν γονέων ἠνέσχετο οὐ βουληθεὶς τὴν πλουσίαν ἐκείνην γῆμαι πέντε προικὸς τάλαντα, ὡς ἔλεγον, ἐπιφερομένην· (Lucian, Dialogi meretricii, 1:4)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 1:4)

  • δεινά, ὦ Μέλιττα, πέπονθας. (Lucian, Dialogi meretricii, 2:1)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 2:1)

유의어

관련어

명사

형용사

동사

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION