καρτερός
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
καρτερός
καρτερή
καρτερόν
Structure:
καρτερ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Sense
- strong, staunch, stout, sturdy;, strong, the strongest
- possessed of, lord or master of
- steadfast, patient, obstinate
- strong, mighty, potent, of might, strongly contested, desperate, the extremity of, by force
- strong
- strongly, soundly
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- οὕτωσ σύ, ἡ νομοφύλαξ, πανταχόθεν ἐν τῷ τῶν παθῶν περιαντλουμένη κατακλυσμῷ καὶ καρτεροῖσ ἀνέμοισ, ταῖσ τῶν υἱῶν βασάνοισ συνεχομένη γενναίωσ ὑπέμεινασ τοὺσ ὑπὲρ τῆσ εὐσεβείασ χειμῶνασ. (Septuagint, Liber Maccabees IV 15:32)
- εἶτα διαδήσασ καὶ κατὰ τοὺσ ὤμουσ τελαμῶσι καρτεροῖσ ἁρμοσάμενοσ καὶ πρὸσ ἄκροισ τοῖσ ὠκυπτέροισ λαβάσ τινασ ταῖσ χερσὶ παρασκευάσασ ἐπειρώμην ἐμαυτοῦ τὸ πρῶτον ἀναπηδῶν καὶ ταῖσ χερσὶ ὑπηρετῶν καὶ ὥσπερ οἱ χῆνεσ ἔτι χαμαιπετῶσ ἐπαιρόμενοσ καὶ ἀκροβατῶν ἅμα μετὰ τῆσ πτήσεωσ· (Lucian, Icaromenippus, (no name) 10:9)
- οὐ μὴν ἀλλὰ τοῦ Ἱκέτου φιλομαχοῦντοσ ἔτι καὶ τὴν λαβὴν οὐ προϊεμένου τῆσ πόλεωσ, ἀλλὰ ἐμπεφυκότοσ οἷσ κατεῖχε μέρεσι καρτεροῖσ οὖσι καὶ δυσπροσμάχοισ, διελὼν ὁ Τιμολέων τὴν δύναμιν αὐτὸσ μὲν ᾗ βιαιότατον ἦν παρὰ τὸ ῥεῖθρον τοῦ Ἀνάπου προσέβαλλεν, ἄλλουσ δ’ ἐκ τῆσ Ἀχραδινῆσ ἐκέλευεν ἐπιχειρεῖν, ὧν Ἰσίασ ἡγεῖτο ὁ Κορίνθιοσ, τοὺσ δὲ τρίτουσ ἐπῆγον ἐπὶ τὰσ Ἐπιπολὰσ Δείναρχοσ καὶ Δημάρετοσ, οἱ τὴν ὑστέραν ἀγαγόντεσ ἐκ Κορίνθου βοήθειαν. (Plutarch, Timoleon, chapter 21 2:1)
- αἱμύλασ δὲ μηχανὰσ ἀτιμάσαντεσ καρτεροῖσ φρονήμασιν ᾤοντ’ ἀμοχθεὶ πρὸσ βίαν τε δεσπόσειν· (Aeschylus, Prometheus Bound, episode5)
- οἱ δὲ πλεῖστοι καὶ δυνατώτατοι γενεὰσ μὲν αὑτῶν καὶ χρήματα καὶ τὸν ἄχρηστον ὄχλον ἐν φρουρίοισ καὶ πολίσμασι καρτεροῖσ περὶ τὸν Ταῦρον εἶχον ἀποκείμενα, τὰσ δὲ ναῦσ πληρώσαντεσ αὐτοὶ περὶ τὸ Κορακήσιον τῆσ Κιλικίασ ἐπιπλέοντα τὸν Πομπήϊον ἐδέξαντο· (Plutarch, Pompey, chapter 28 1:1)
Synonyms
-
strong
-
possessed of
- δεσπόσυνος (of or belonging to the master or lord, arbitrary)
-
steadfast
- τλητός (suffering, enduring, patient)
-
strong
- ἐπαλκής (strong)
- ὀβριμόθυμος (strong-minded)
- ῥωμαλέος (strong of body)
- μεγαλοσθενής (exceeding strong)
- ὑπερίσχυρος (exceeding strong)
- περισθενής (exceeding strong)
- ὑπεραλκής (exceeding strong)
- κρατεραύχην (strong-necked)
- πλατύς (broad, strong)
- ὀχυρός ( strong, secure)
- στάδιος (firm, strong)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- σθεναρός (strong, mighty)
- κρατύς (strong, mighty)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- στερρόγυιος (with strong limbs)
- θρασύγυιος (strong of limb)
- ἄλκιμος (strong, stout)
- βριαρός (strong, stout)
- ἐγκρατής (stout, strong)
- εὔρωστος (stout, strong)
- ἀμαιμάκετος (strong, stubborn)
- κραταιγύαλος (with strong plates)
-
strongly