Ancient Greek-English Dictionary Language

διαπυρος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διαπυρος διαπυρον

Structure: διαπυρ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: dia/, pu=r

Sense

  1. red-hot
  2. hot, fiery

Examples

  • ἥμεροσ μέντοι καὶ φιλάνθρωποσ ἡ τοῦ Νομᾶ μοῦσα πρὸσ εἰρήνην καὶ δικαιοσύνην μεθαρμοσαμένου καὶ καταπραΰναντοσ ἐξ ἀκρατῶν καὶ διαπύρων ἠθῶν τοὺσ πολίτασ. (Plutarch, Comparison of Lycurgus and Numa, chapter 1 4:2)
  • ὅθεν ὀρθῶσ ὁ Ἀντισθένησ εἶπεν ὅτι τοῖσ μέλλουσι σῴζεσθαι φίλων δεῖ γνησίων ἢ διαπύρων ἐχθρῶν οἱ μὲν γὰρ νουθετοῦντεσ τοὺσ ἁμαρτάνοντασ οἱ δὲ λοιδοροῦντεσ ἀποτρέπουσι. (Plutarch, De capienda ex inimicis utilitate, chapter, section 62)
  • διαπύρων δ’ οὐσῶν διὰ τὴν τοῦ καύματοσ ὑπερβολήν, βραχὺν ἐάσαντεσ χρόνον στρέφουσι, κἄπειτα τῆσ οὐρᾶσ λαμβανόμενοι σείουσι τὸν ὅλον ὄγκον. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 16 1:2)
  • ἐκφυσᾶται δὲ καὶ ἅμμοσ καὶ λίθων διαπύρων πλῆθοσ, καθάπερ ἔστιν ὁρᾶν καὶ περὶ τὴν Αἴτνην γινόμενον. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 5, chapter 7 3:3)
  • ἐνίουσ δὲ τῶν προσοικούντων τῷ Δουρίῳ ποταμῷ λακωνικῶσ διάγειν φασίν, ἀλειπτηρίοισ χρωμένουσ δὶσ καὶ πυρίαισ ἐκ λίθων διαπύρων, ψυχρολουτροῦντασ καὶ μονοτροφοῦντασ καθαρείωσ καὶ λιτῶσ. (Strabo, Geography, book 3, chapter 3 12:12)

Synonyms

  1. red-hot

  2. hot

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION