ὑπαντάω
α-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ὑπαντάω
ὑπαντήσομαι
ὑπήντησα
Structure:
ὑπ
(Prefix)
+
ἀντά
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to come or go to meet
- to meet, reply or object to
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ὅμοιαι δ’ ὑπήντων αὐτοῖσ παρὰ πάντων αἱ καταβοήσεισ μεταπείσειν αὐτοὺσ βοώντων οὐδένα περὶ τοῦ μὴ στρατηγὸν ἔχειν Ιὤσηπον. (Flavius Josephus, 276:2)
- οἱ δ’ ἐντεῦθεν ἄνθρωποι πρὸσ Ῥωμαίουσ ταῖσ γνώμαισ ἀποβλέποντεσ, ἐκείνοισ μὲν ὑπήντων, ἐμὲ δὲ οὔτε ἐπῄνουν οὔτ’ ἐβλασφήμουν. (Flavius Josephus, 277:2)
- οἱ δ’ ἐκ τῆσ πόλεωσ ὑπήντων αὐτοῖσ ἅμα γυναιξί τε καὶ τέκνοισ παρ’ ἄμφω τὰ μέρη τῆσ ὁδοῦ τῇ τε νίκῃ συνηδόμενοι καὶ τὴν ἄλλην ἅπασαν ἐνδεικνύμενοι φιλοφροσύνην. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 2, chapter 34 3:1)
- τοῖσ δὲ Ῥωμαίοισ πυθομένοισ ταῦτα παρὰ τῶν πρεσβευτῶν, πρὶν ὄψει τὸν ἄνδρα ἰδεῖν πολὺσ αὐτοῦ παρέστη πόθοσ, ἱκανὸν ἡγουμένοισ τεκμήριον εἶναι τῆσ σοφίασ, εἰ τῶν ἄλλων ὑπὲρ τὸ μέτριον ἐκτετιμηκότων βασιλείαν καὶ τὸν εὐδαίμονα βίον ἐν ταύτῃ τιθεμένων μόνοσ ἐκεῖνοσ ὡσ φαύλου τινὸσ καὶ οὐκ ἀξίου σπουδῆσ πράγματοσ καταφρονεῖ, παραγενομένῳ τε ὑπήντων ἔτι καθ’ ὁδὸν ὄντι σὺν ἐπαίνῳ πολλῷ καὶ ἀσπασμοῖσ καὶ ταῖσ ἄλλαισ τιμαῖσ παραπέμποντεσ εἰσ τὴν πόλιν. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 2, chapter 60 3:1)
- οἱ δὲ τῶν στρατευομένων πατέρεσ τε καὶ μητέρεσ καὶ πᾶσα ἡ ἄλλη συγγένεια, παιδία τε καὶ γαμεταὶ γυναῖκεσ, ὑπήντων ἐξιοῦσιν αὐτοῖσ μετὰ δακρύων περιπλεκόμενοι καὶ καταφιλοῦντεσ καὶ ταῖσ ἡδίσταισ ἕκαστον ἀνακαλούμενοι προσηγορίαισ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 7, chapter 7 2:1)
Synonyms
-
to come or go to meet
- συγχωρέω (to come together, meet, to meet)
- συμβάλλω (to come together, meet)
- ὁμηρέω (to meet)
- συμβαίνω (to meet)
- συμμίγνυμι (to meet)
- συναντάω (to meet with, meet)
- ὁμαρτέω (to meet)
- συνέχω (to meet)
- ἀντάω (to meet)
- ἀντιπρόειμι (to meet)
- ὑπεξέρχομαι (to go out to meet)
- συνήκω (to meet)
- ἀντιάζω (to meet in)
- συγγίγνομαι (to come together, meet, comrades)
- σύνειμι (to come together, meet to deliberate)
- ἀντάω (to come opposite to, meet face to face, meet with)
- συνήκω (to have come together, to be assembled, to meet)
- παραβάλλω (to come n)
- προσέρχομαι (to come or go to)
- συνεξέρχομαι (to go or come out with)
- σύνειμι (to come in)
- ἀφικνέομαι (to come)
- ἵκω (to come to)
- ἀγρέω (come, come on)
- ἀμείβω (comes on)
- βάσκω ( come, go)
- βλώσκω (come, go)
- ἔξειμι (to go out, come out)
- ἐξέρχομαι (to go out, come out )
- ἐξικνέομαι (to come to)
- εἰσαφικάνω (to come to)
- ἐκπεράω (to go or come out of)
- ἐκπίπτω (to come out)
- ἑρπύζω (to go, come)
- ἕρπω ( I go or come)
- ἔρχομαι (I come, go)
- ἱκνέομαι (to come)
-
to meet
Derived
- ἀντάω (to come opposite to, meet face to face, meet with)
- ἀπαντάω (to move from, to meet, to meet)
- προαπαντάω (to go forth to meet, to meet beforehand)
- συναντάω (to meet face to face, to meet together, assemble)