Ancient Greek-English Dictionary Language

θρεπτικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θρεπτικός

Structure: θρεπτικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: tre/fw

Sense

  1. able to feed or rear, nourishing
  2. of or promoting growth
  3. causing to heal up

Examples

  • Ἐπὶ δὲ τὴν αὐξητικὴν ἤδη μεταβάντεσ δύναμιν αὐτὸ τοῦθ’ ὑπομνήσωμεν πρῶτον, ὡσ ὑπάρχει μὲν καὶ αὐτὴ τοῖσ κυουμένοισ ὥσπερ καὶ ἡ θρεπτική· (Galen, On the Natural Faculties., , section 71)
  • βοηθοὶ δ’ αὐτῆσ καὶ οἱο͂ν ὑπηρέτιδεσ ἥ τ’ ἀλλοιωτικὴ δύναμίσ ἐστι καὶ ἡ θρεπτική. (Galen, On the Natural Faculties., , section 74)
  • τοῦ γὰρ ἐπιρρέοντοσ ἐν εἴδει τροφῆσ παντὶ μορίῳ τοῦ τρεφομένου σώματοσ προσπλαττομένου θρέψισ μὲν ἡ ἐνέργεια, θρεπτικὴ δὲ δύναμισ ἡ αἰτία. (Galen, On the Natural Faculties., , section 82)
  • τίνων μὲν οὖν ἡ γεννητική τε καὶ αὐξητικὴ δέονται, εἴρηται, τίνων δ’ ἡ θρεπτική, νῦν εἰρήσεται. (Galen, On the Natural Faculties., , section 97)
  • τοῦ δὲ πεζονομικοῦ μάλιστα ἀπετέμνετο τέχνη τῆσ ἀκεράτου φύσεωσ θρεπτική. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 62:3)

Synonyms

  1. able to feed or rear

  2. of or promoting growth

  3. causing to heal up

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION