Ancient Greek-English Dictionary Language

χρηστικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: χρηστικός χρηστική χρηστικόν

Structure: χρηστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xra/omai

Sense

  1. knowing how to use, understanding the use of a
  2. useful, serviceable

Examples

  • ἔτι δὲ καὶ εἶναι κοσμητικὸν τῶν ὑπαρχόντων καὶ χρηστικόν· (Aristotle, Economics, Book 1 33:5)
  • τὴν δὲ τοῦ σώματοσ ἕξιν αὐτουργίᾳ καὶ διαίτῃ σώφρονι καὶ στρατείαισ ἀπ’ ἀρχῆσ συντρόφου γεγονότοσ πάνυ χρηστικὴν εἶχε, καὶ πρὸσ ἰσχὺν καὶ πρὸσ ὑγίειαν ὁμαλῶσ συνεστῶσαν. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 1 3:2)
  • τό τε γὰρ εὖ πράττειν καὶ τὸ εὖ ζῆν τὸ αὐτὸ τῷ εὐδαιμονεῖν, ὧν ἕκαστον χρῆσίσ ἐστι καὶ ἐνέργεια, καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ πρᾶξισ καὶ γὰρ ἡ πρακτικὴ χρηστικὴ ἐστίν· (Aristotle, Eudemian Ethics, Book 2 21:1)
  • Ἐμπεδοκλῆσ οὐσίαν ἀνάγκησ αἰτίαν χρηστικὴν τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν στοιχείων. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 1, 1:2)
  • οὐ γὰρ αἱ διαφοραὶ τούτων χρηστικὸν οἶνον ποιοῦσιν, ἀλλ’ αἱ τοῦ τρέφοντοσ ἐδάφουσ. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 5, 7:1)
  • καὶ τίσ ἔτι ἄλλοσ ἐστὶ λόγῳ χρηστικὸσ καὶ δεινὸσ ἐρωτήσει καὶ ἀποκρίσει καὶ νὴ Δία ἀνεξαπάτητόσ τε καὶ ἀσόφιστοσ; (Epictetus, Works, book 1, 25:1)

Synonyms

  1. knowing how to use

  2. useful

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION