헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσχωρέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσχωρέω προσχωρήσομαι

형태분석: προς (접두사) + χωρέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 접근하다, 다가가다, 다가오다
  2. 참여하다, 들어오다
  3. 동의하다, 합의하다
  4. 접근하다, 조화를 이루다, 닮다
  5. 믿다, 신뢰하다
  1. to go to, approach
  2. to come or go over to, come in, join
  3. to accede, to make concessions
  4. to approach, to agree with, be like
  5. to put faith in, believe

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσχώρω

(나는) 접근한다

προσχώρεις

(너는) 접근한다

προσχώρει

(그는) 접근한다

쌍수 προσχώρειτον

(너희 둘은) 접근한다

προσχώρειτον

(그 둘은) 접근한다

복수 προσχώρουμεν

(우리는) 접근한다

προσχώρειτε

(너희는) 접근한다

προσχώρουσιν*

(그들은) 접근한다

접속법단수 προσχώρω

(나는) 접근하자

προσχώρῃς

(너는) 접근하자

προσχώρῃ

(그는) 접근하자

쌍수 προσχώρητον

(너희 둘은) 접근하자

προσχώρητον

(그 둘은) 접근하자

복수 προσχώρωμεν

(우리는) 접근하자

προσχώρητε

(너희는) 접근하자

προσχώρωσιν*

(그들은) 접근하자

기원법단수 προσχώροιμι

(나는) 접근하기를 (바라다)

προσχώροις

(너는) 접근하기를 (바라다)

προσχώροι

(그는) 접근하기를 (바라다)

쌍수 προσχώροιτον

(너희 둘은) 접근하기를 (바라다)

προσχωροίτην

(그 둘은) 접근하기를 (바라다)

복수 προσχώροιμεν

(우리는) 접근하기를 (바라다)

προσχώροιτε

(너희는) 접근하기를 (바라다)

προσχώροιεν

(그들은) 접근하기를 (바라다)

명령법단수 προσχῶρει

(너는) 접근해라

προσχωρεῖτω

(그는) 접근해라

쌍수 προσχώρειτον

(너희 둘은) 접근해라

προσχωρεῖτων

(그 둘은) 접근해라

복수 προσχώρειτε

(너희는) 접근해라

προσχωροῦντων, προσχωρεῖτωσαν

(그들은) 접근해라

부정사 προσχώρειν

접근하는 것

분사 남성여성중성
προσχωρων

προσχωρουντος

προσχωρουσα

προσχωρουσης

προσχωρουν

προσχωρουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσχώρουμαι

(나는) 접근된다

προσχώρει, προσχώρῃ

(너는) 접근된다

προσχώρειται

(그는) 접근된다

쌍수 προσχώρεισθον

(너희 둘은) 접근된다

προσχώρεισθον

(그 둘은) 접근된다

복수 προσχωροῦμεθα

(우리는) 접근된다

προσχώρεισθε

(너희는) 접근된다

προσχώρουνται

(그들은) 접근된다

접속법단수 προσχώρωμαι

(나는) 접근되자

προσχώρῃ

(너는) 접근되자

προσχώρηται

(그는) 접근되자

쌍수 προσχώρησθον

(너희 둘은) 접근되자

προσχώρησθον

(그 둘은) 접근되자

복수 προσχωρώμεθα

(우리는) 접근되자

προσχώρησθε

(너희는) 접근되자

προσχώρωνται

(그들은) 접근되자

기원법단수 προσχωροίμην

(나는) 접근되기를 (바라다)

προσχώροιο

(너는) 접근되기를 (바라다)

προσχώροιτο

(그는) 접근되기를 (바라다)

쌍수 προσχώροισθον

(너희 둘은) 접근되기를 (바라다)

προσχωροίσθην

(그 둘은) 접근되기를 (바라다)

복수 προσχωροίμεθα

(우리는) 접근되기를 (바라다)

προσχώροισθε

(너희는) 접근되기를 (바라다)

προσχώροιντο

(그들은) 접근되기를 (바라다)

명령법단수 προσχώρου

(너는) 접근되어라

προσχωρεῖσθω

(그는) 접근되어라

쌍수 προσχώρεισθον

(너희 둘은) 접근되어라

προσχωρεῖσθων

(그 둘은) 접근되어라

복수 προσχώρεισθε

(너희는) 접근되어라

προσχωρεῖσθων, προσχωρεῖσθωσαν

(그들은) 접근되어라

부정사 προσχώρεισθαι

접근되는 것

분사 남성여성중성
προσχωρουμενος

προσχωρουμενου

προσχωρουμενη

προσχωρουμενης

προσχωρουμενον

προσχωρουμενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσχωρήσομαι

(나는) 접근하겠다

προσχωρήσει, προσχωρήσῃ

(너는) 접근하겠다

προσχωρήσεται

(그는) 접근하겠다

쌍수 προσχωρήσεσθον

(너희 둘은) 접근하겠다

προσχωρήσεσθον

(그 둘은) 접근하겠다

복수 προσχωρησόμεθα

(우리는) 접근하겠다

προσχωρήσεσθε

(너희는) 접근하겠다

προσχωρήσονται

(그들은) 접근하겠다

기원법단수 προσχωρησοίμην

(나는) 접근하겠기를 (바라다)

προσχωρήσοιο

(너는) 접근하겠기를 (바라다)

προσχωρήσοιτο

(그는) 접근하겠기를 (바라다)

쌍수 προσχωρήσοισθον

(너희 둘은) 접근하겠기를 (바라다)

προσχωρησοίσθην

(그 둘은) 접근하겠기를 (바라다)

복수 προσχωρησοίμεθα

(우리는) 접근하겠기를 (바라다)

προσχωρήσοισθε

(너희는) 접근하겠기를 (바라다)

προσχωρήσοιντο

(그들은) 접근하겠기를 (바라다)

부정사 προσχωρήσεσθαι

접근할 것

분사 남성여성중성
προσχωρησομενος

προσχωρησομενου

προσχωρησομενη

προσχωρησομενης

προσχωρησομενον

προσχωρησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεχῶρουν

(나는) 접근하고 있었다

προσεχῶρεις

(너는) 접근하고 있었다

προσεχῶρειν*

(그는) 접근하고 있었다

쌍수 προσεχώρειτον

(너희 둘은) 접근하고 있었다

προσεχωρεῖτην

(그 둘은) 접근하고 있었다

복수 προσεχώρουμεν

(우리는) 접근하고 있었다

προσεχώρειτε

(너희는) 접근하고 있었다

προσεχῶρουν

(그들은) 접근하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεχωροῦμην

(나는) 접근되고 있었다

προσεχώρου

(너는) 접근되고 있었다

προσεχώρειτο

(그는) 접근되고 있었다

쌍수 προσεχώρεισθον

(너희 둘은) 접근되고 있었다

προσεχωρεῖσθην

(그 둘은) 접근되고 있었다

복수 προσεχωροῦμεθα

(우리는) 접근되고 있었다

προσεχώρεισθε

(너희는) 접근되고 있었다

προσεχώρουντο

(그들은) 접근되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Οὗτοι μὲν οὖν πάντα κακὰ ποιέουσιν, ἀγαθὸν δὲ οὐδέν‧ οὔτε γὰρ τοῦ κατατείνεσθαι ἄκοσ ἐστὶ τὸ προσδεδέσθαι τὸν πόδα, οὐδὲν γὰρ ἧσσον τὸ ἄλλο σῶμα προσχωρήσει πρὸσ τὸν πόδα, καὶ οὕτωσ ν ἔτι τείνοιτο‧ οὔτ’ αὖ ἐσ τὴν ἰθυωρίην οὐδὲν ὠφελέει, ἀλλὰ καὶ βλάπτει, στρεφομένου γὰρ τοῦ ἄλλου σώματοσ ἢ τῇ ἢ τῇ, οὐδὲ κωλύσει ὁ δεσμὸσ τὸν πόδα καὶ τὰ ὀστέα τὰ τῷ ποδὶ προσηρτημένα ἐπακολουθέειν τῷ ἄλλῳ σώματι. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 30.3)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 30.3)

  • Κύπροσ δὲ ἐπὶ τῷδε ἢ οὐ χαλεπῶσ ἡμῖν προσχωρήσει ἢ ἐξ ἐπίπλου εὐμαρῶσ ληφθήσεται. (Arrian, Anabasis, book 2, chapter 17 3:3)

    (아리아노스, Anabasis, book 2, chapter 17 3:3)

  • μετ’ οὐ πολὺ δὲ τῆσ σκηνοπηγίασ ἑορτῆσ ἐνίστασθαι μελλούσησ λογισάμενοσ, ὡσ ἐὰν ἐπιτρέψῃ τῷ πλήθει προσκυνῆσαι τὸν θεὸν εἰσ Ιἑροσόλυμα πορευθέντι καὶ ἐκεῖ τὴν ἑορτὴν διαγαγεῖν, μετανοῆσαν ἴσωσ καὶ δελεασθὲν ὑπὸ τοῦ ναοῦ καὶ τῆσ θρησκείασ τῆσ ἐν αὐτῷ τοῦ θεοῦ καταλείψει μὲν αὐτόν, προσχωρήσει δὲ τῷ πρώτῳ βασιλεῖ, καὶ κινδυνεύσει τούτου γενομένου τὴν ψυχὴν ἀποβαλεῖν, ἐπιτεχνᾶταί τι τοιοῦτον· (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 8 284:2)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 8 284:2)

유의어

  1. 접근하다

  2. 참여하다

  3. 믿다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION