헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προδίδωμι

-μι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προδίδωμι προδώσω

형태분석: προ (접두사) + δίδο̄ (어간) + μι (인칭어미)

  1. 배반하다, 배신하다, 드러내다, 밝히다
  2. 포기하다, 버리다, 그만두다
  3. 투항하다, 버리다, 버리고 가다, 도망치다, 무시하다
  4. 실패하다, 실수하다, 속수무책으로 만들다
  5. 포기하다, 배반하다, 배신하다, 끊다, 그만두다
  1. to give beforehand, pay in advance
  2. to give up to the enemy, deliver up, betray
  3. to forsake in distress, abandon
  4. to play false, desert, of treachery, to treat treasonably
  5. to betray or fail, to fail
  6. to betray, give up, to give up as lost, bid adieu to

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδῖδωμι

προδῖδως

προδῖδωσιν*

쌍수 προδίδοτον

προδίδοτον

복수 προδίδομεν

προδίδοτε

προδιδόᾱσιν*

접속법단수 προδίδω

προδίδοις

προδίδοι

쌍수 προδίδωτον

προδίδωτον

복수 προδίδωμεν

προδίδωτε

προδίδωσιν*

기원법단수 προδιδοῖην

προδιδοῖης

προδιδοῖη

쌍수 προδιδοῖητον

προδιδοίητην

복수 προδιδοῖημεν

προδιδοῖητε

προδιδοῖησαν

명령법단수 προδῖδου

προδιδότω

쌍수 προδίδοτον

προδιδότων

복수 προδίδοτε

προδιδόντων

부정사 προδιδόναι

분사 남성여성중성
προδιδους

προδιδοντος

προδιδουσα

προδιδουσης

προδιδον

προδιδοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδίδομαι

προδίδοσαι

προδίδοται

쌍수 προδίδοσθον

προδίδοσθον

복수 προδιδόμεθα

προδίδοσθε

προδίδονται

접속법단수 προδίδωμαι

προδίδοι

προδίδωται

쌍수 προδίδωσθον

προδίδωσθον

복수 προδιδώμεθα

προδίδωσθε

προδίδωνται

기원법단수 προδιδοῖμην

προδίδοιο

προδίδοιτο

쌍수 προδίδοισθον

προδιδοῖσθην

복수 προδιδοῖμεθα

προδίδοισθε

προδίδοιντο

명령법단수 προδίδοσο

προδιδόσθω

쌍수 προδίδοσθον

προδιδόσθων

복수 προδίδοσθε

προδιδόσθων

부정사 προδίδοσθαι

분사 남성여성중성
προδιδομενος

προδιδομενου

προδιδομενη

προδιδομενης

προδιδομενον

προδιδομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • δεόμεθα οὖν καὶ μαρτυρόμεθα, εἰ μὴ πείσομεν, ὅτι ἐπιβουλευόμεθα μὲν ὑπὸ Ιὤνων ἀεὶ πολεμίων, προδιδόμεθα δὲ ὑφ’ ὑμῶν Δωριεῖσ Δωριέων· (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 48 2:5)

    (디오니시오스, , chapter 48 2:5)

유의어

  1. to give beforehand

  2. 배반하다

  3. 포기하다

  4. 실패하다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION