κρατερός
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
κρατερός
κρατερή
κρατερόν
Structure:
κρατερ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Etym.: epic form of ka/rteros,
Sense
- strong, stout, mighty
- strong, mighty, cruel
- strong, vehement, mighty, a harsh, rough
- strongly, stoutly, roughly
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- πεύθετο γὰρ Γαίησ τε καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντοσ, οὕνεκά οἱ πέπρωτο ἑῷ ὑπὸ παιδὶ δαμῆναι καὶ κρατερῷ περ ἐόντι, Διὸσ μεγάλου διὰ βουλάσ· (Hesiod, Theogony, Book Th. 44:3)
- Βριάρεῳ δ’ ὡσ πρῶτα πατὴρ ὠδύσσατο θυμῷ Κόττῳ τ’ ἠδὲ Γύῃ, δῆσεν κρατερῷ ἐνὶ δεσμῷ ἠνορέην ὑπέροπλον ἀγώμενοσ ἠδὲ καὶ εἶδοσ καὶ μέγεθοσ· (Hesiod, Theogony, Book Th. 60:1)
- Περδίκκᾳ δὲ καὶ Κρατερῷ φιλογυμναστοῦσιν ἠκολούθουν διφθέραι σταδιαῖαι τοῖσ μεγέθεσιν, ὑφ’ αἷσ περιλαμβάνοντεσ τόπον ἐν ταῖσ καταστρατοπεδείαισ ἐγυμνάζοντο· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 55 2:3)
- ὡσ δ’ Ἀλέξανδροσ παρὰ Κρατερῷ αὐτὸν ἐπῄνεσεν γενομένου πότου, ὁ Χάρων ἐκέλευσε τὸν παῖδα καταφιλῆσαι τὸν Ἀλέξανδρον καὶ ὃσ ’ μηδαμῶσ, εἶπεν, οὐ γὰρ οὕτωσ ἐμὲ εὐφρανεῖ ὡσ σὲ λυπήσει ὥσπερ γὰρ ἦν ἐρωτικὸσ ὁ βασιλεὺσ οὗτοσ, οὕτωσ καὶ πρὸσ τὸ καθῆκον ἐγκρατὴσ καὶ πρὸσ τὸ πρεπωδέστατον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 80 1:2)
- παρ’ ἐκείνων δὲ ἀπέσταλτο πρεσβεία πρὸσ Εὐμενῆ παρακαλοῦσα μεταθέσθαι πρὸσ αὐτούσ, καρπούμενον μὲν ἃσ εἶχε σατραπείασ, προσλαβόντα δὲ στρατιὰν καὶ χώραν παρ’ αὐτῶν, Ἀντιπάτρῳ μὲν ἀντ’ ἐχθροῦ φίλον γενόμενον, Κρατερῷ δὲ μὴ γενόμενον ἐκ φίλου πολέμιον. (Plutarch, chapter 5 4:2)
- ἐσ τὸ ἐπὶ θάτερα δὲ Ἡφαιστίων αὐτῷ προεπορεύετο, σὺν ἄλλῃ στρατιῇ πλείονι ἔτι τῆσ Κρατέρῳ συντεταγμένησ. (Arrian, Indica, chapter 19 2:2)
Synonyms
-
strong
- καρτερόθυμος (stout-hearted, strong, mighty)
- ἄλκιμος (strong, stout)
- βριαρός (strong, stout)
- ἐγκρατής (stout, strong)
- εὔρωστος (stout, strong)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- σθεναρός (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- κρατύς (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κραταιός (strong, mighty, resistless)
- ὄβριμος (strong, mighty, mightily)
- ζαμενής (very strong, mighty, raging)
-
strong
- σθεναρός (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- κρατύς (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κραταιός (strong, mighty, resistless)
- ὄβριμος (strong, mighty, mightily)
- ζαμενής (very strong, mighty, raging)
- καρτερόθυμος (stout-hearted, strong, mighty)
- ἀνάλγητος (cruel)
-
strong
- στρηνής (strong, hard, rough)
- νεανικός (vehement, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- κρατύς (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- σθεναρός (strong, mighty)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)