κρατερός
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
κρατερός
κρατερή
κρατερόν
Structure:
κρατερ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Etym.: epic form of ka/rteros,
Sense
- strong, stout, mighty
- strong, mighty, cruel
- strong, vehement, mighty, a harsh, rough
- strongly, stoutly, roughly
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ὡσ δ’ ὅτ’ ἀνὴρ ἀσπαστὸν ὑπεκπροφύγῃ κακότητα νούσου ὕπ’ ἀργαλέησ ἢ καὶ κρατεροῦ ὑπὸ δεσμοῦ, ὥσ ῥα τότ’ Ἀμφιτρύων χαλεπὸν πόνον ἐκτολυπεύσασ ἀσπασίωσ τε φίλωσ τε ἑὸν δόμον εἰσαφίκανεν. (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 3:3)
- οὗ χεῖρεσ μὲν ἐάσιν ἐπ’ ἰσχύι, ἔργματ’ ἔχουσαι, καὶ πόδεσ ἀκάματοι κρατεροῦ θεοῦ· (Hesiod, Theogony, Book Th. 78:2)
- καὶ γὰρ ἦν ὄντωσ ὄνομα τοῦ Κρατεροῦ μέγα, καὶ μετὰ τήν Ἀλεξάνδρου τελευτὴν τοῦτον ἐπόθησαν οἱ πολλοί, μνημονεύοντεσ ὅτι καὶ πρὸσ Ἀλέξανδρον ὑπὲρ αὐτῶν ἀνεδέξατο πολλάκισ ἀπεχθείασ πολλάσ, ὑποφερομένου πρὸσ τὸν Περσικὸν ζῆλον ἀντιλαμβανόμενοσ, καὶ τοῖσ πατρίοισ ἀμύνων διὰ τρυφὴν καὶ ὄγκον ἤδη περιυβριζομένοισ. (Plutarch, chapter 6 2:1)
- πυθόμενοσ δὲ τὴν Κρατεροῦ τελευτὴν καὶ προσελάσασ, ὡσ εἶδεν ἐμπνέοντα καὶ συνιέντα, καταβὰσ ἀπεδάκρυσε καὶ τὴν δεξιὰν ἐνέβαλε, καὶ πολλὰ μὲν ἐλοιδόρησε τὸν Νεοπτόλεμον, πολλὰ δὲ ἐκεῖνον μὲν ᾠκτίσατο τῆσ τύχησ, αὑτὸν δὲ τῆσ ἀνάγκησ, δι’ ἣν ἀνδρὶ φίλῳ καὶ συνήθει ταῦτα πεισόμενοσ ἢ δράσων συνηνέχθη. (Plutarch, chapter 7 8:1)
- ἀλλ’ εἰ μὲν ἔφθη Περδίκκασ πυθόμενοσ τὴν Κρατεροῦ τελευτήν, οὐκ ἂν ἄλλοσ ἐπρώτευσε Μακεδόνων νυνὶ δὲ ἀνῃρημένου Περδίκκου κατὰ στάσιν ἐν Αἰγύπτῳ δυσὶν ἡμέραισ πρότερον ἧκεν οὗτοσ ὁ περὶ τῆσ μάχησ λόγοσ εἰσ τὸ στρατόπεδον, καί πρὸσ ὀργὴν εὐθὺσ οἱ Μακεδόνεσ θάνατον τοῦ Εὐμενοῦσ κατέγνωσαν. (Plutarch, chapter 8 2:1)
Synonyms
-
strong
- καρτερόθυμος (stout-hearted, strong, mighty)
- ἄλκιμος (strong, stout)
- βριαρός (strong, stout)
- ἐγκρατής (stout, strong)
- εὔρωστος (stout, strong)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- σθεναρός (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- κρατύς (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κραταιός (strong, mighty, resistless)
- ὄβριμος (strong, mighty, mightily)
- ζαμενής (very strong, mighty, raging)
-
strong
- σθεναρός (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- κρατύς (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κραταιός (strong, mighty, resistless)
- ὄβριμος (strong, mighty, mightily)
- ζαμενής (very strong, mighty, raging)
- καρτερόθυμος (stout-hearted, strong, mighty)
- ἀνάλγητος (cruel)
-
strong
- στρηνής (strong, hard, rough)
- νεανικός (vehement, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- ἰσχυρός (strong, mighty)
- κρατύς (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- σθεναρός (strong, mighty)
- ἀλκαῖος (strong, mighty)