헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κοινωνία

1군 변화 명사; 여성 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κοινωνία

형태분석: κοινωνι (어간) + ᾱ (어미)

어원: koinwne/w

  1. 교제, 친교
  2. 공유, 연합, 협력
  3. 자선, 기여, 기부
  1. communion, association, partnership, fellowship
  2. communion with, partnership in, communion
  3. a common gift, contribution, alms

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 κοινωνία

교제가

κοινωνίᾱ

교제들이

κοινωνίαι

교제들이

속격 κοινωνίᾱς

교제의

κοινωνίαιν

교제들의

κοινωνιῶν

교제들의

여격 κοινωνίᾱͅ

교제에게

κοινωνίαιν

교제들에게

κοινωνίαις

교제들에게

대격 κοινωνίᾱν

교제를

κοινωνίᾱ

교제들을

κοινωνίᾱς

교제들을

호격 κοινωνίᾱ

교제야

κοινωνίᾱ

교제들아

κοινωνίαι

교제들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ψυχὴ ἣ ἐὰν ἁμάρτῃ καὶ παριδὼν παρίδῃ τὰσ ἐντολὰσ Κυρίου καὶ ψεύσηται τὰ πρὸσ τὸν πλησίον ἐν παραθήκῃ ἢ περὶ κοινωνίασ ἢ περὶ ἁρπαγῆσ ἢ ἠδίκησέ τι τὸν πλησίον (Septuagint, Liber Leviticus 5:21)

    (70인역 성경, 레위기 5:21)

  • τῆσ δὲ περὶ τοὺσ γάμουσ καὶ τὰσ τεκνώσεισ κοινωνίασ τὸ ἀζηλότυπον ὀρθῶσ καὶ πολιτικῶσ ἐμποιοῦντεσ ἀμφότεροι τοῖσ ἀνδράσιν οὐ κατὰ πᾶν εἰσ τοῦτο συνηνέχθησαν, ἀλλ’ ὁ Ῥωμαῖοσ μὲν ἀνὴρ ἱκανῶσ ἔχων παιδοτροφίασ, ὑφ’ ἑτέρου δὲ πεισθεὶσ δεομένου τέκνων, ἐξίστατο τῆσ γυναικόσ, ἐκδόσθαι καὶ μετεκδόσθαι κύριοσ ὑπάρχων, ὁ δὲ Λάκων, οἴκοι τῆσ γυναικὸσ οὔσησ παρ’ αὐτῷ καὶ τοῦ γάμου μένοντοσ ἐπὶ τῶν ἐξ ἀρχῆσ δικαίων, μετεδίδου τῷ πείσαντι τῆσ κοινωνίασ εἰσ τέκνωσιν. (Plutarch, Comparison of Lycurgus and Numa, chapter 3 1:1)

    (플루타르코스, Comparison of Lycurgus and Numa, chapter 3 1:1)

  • ἢ ταῦτα μὲν ἰσχυρὰ καὶ ἄκρατοσ ἀπάθεια πρὸσ γαμετὴν καὶ τὰ ταράττοντα καὶ κατακαίοντα ζηλοτυπίαισ τοὺσ πολλούσ, ἐκεῖνα δὲ ὥσπερ αἰσχυνομένη ἀτυφία τίσ, παρακάλυμμα τὴν ἐγγύην ἐφελκομένη καὶ τὸ δυσκαρτέρητον ἐξομολογουμένη τῆσ κοινωνίασ; (Plutarch, Comparison of Lycurgus and Numa, chapter 3 2:2)

    (플루타르코스, Comparison of Lycurgus and Numa, chapter 3 2:2)

  • πνεῦμα πλεύσαντοσ ἐπισφαλῶσ, εὐδίασ δὲ καὶ εὐαερίασ γενομένησ ὁρμίσασθαι ζητοῦντοσ, ὁ τῷ φθόνῳ διαναυμαχήσασ πολὺν χρόνον, εἶτα παυσαμένου καὶ στορεσθέντοσ, ἀνακρουόμενοσ ἐκ τῆσ πολιτείασ καὶ προϊέμενοσ ἅμα ταῖσ πράξεσι τὰσ κοινωνίασ καὶ τὰσ ἑταιρείασ. (Plutarch, An seni respublica gerenda sit, chapter, section 7 6:1)

    (플루타르코스, An seni respublica gerenda sit, chapter, section 7 6:1)

유의어

  1. 교제

  2. 공유

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION