Ancient Greek-English Dictionary Language

κοῖλος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κοῖλος κοίλη κοῖλον

Structure: κοιλ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. hollow, mostly as an epithet of ships, (κοίλη ναῦς) the hollow or hold of a ship
  2. roomy
  3. empty

Examples

  • χωροῦσ’ αὗται πάνυ πολλαὶ διὰ τῶν κοίλων καὶ τῶν δασέων, αὗται πλάγιαι. (Aristophanes, Clouds, Parodos, anapests11)
  • πιμπλαμένων δὲ τῶν κοίλων καὶ ζευγνυμένων γεφύραισ ὅσα χείμαρροι διέκοπτον ἢ φάραγγεσ, ὕψοσ τε τῶν ἑκατέρωθεν ἴσον καὶ παράλληλον λαμβανόντων, ὁμαλὴν καὶ καλὴν ὄψιν εἶχε δι’ ὅλου τὸ ἔργον. (Plutarch, Caius Gracchus, chapter 7 1:2)
  • ἀλλ’ ἄγε σὺν κώθωνι θοῆσ διὰ σέλματα νηὸσ φοίτα καὶ κοίλων πώματ’ ἄφελκε κάδων, ἄγρει δ’ οἶνον ἐρυθρὸν ἀπὸ τρυγόσ· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 66 3:1)
  • πλήρησ ἐλπίδοσ ἐστίν, ἄκροισ δ’ ἐπὶ χείλεσιν ἄσθμα ἐμφαίνει κοίλων ἔνδοθεν ἐκ λαγόνων. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 54a1)
  • οἱ δ’ ἐπὶ γαῖαν ὤλισθον κοίλων ἄρρενεσ ἐκ λαγόνων, μητέροσ ἐκ νεκρῆσ ζωὸσ γόνοσ· (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 7, chapter 1682)
  • ἀλλ’ ἄγε, σὺν κώθωνι θοῆσ διὰ σέλματα νηὸσ φοίτα καὶ κοΐλων πώματ’ ἄφελκε κάδων, ἄγρει δ’ οἶνον ἐρυθρὸν ἀπὸ τρυγόσ· (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , 16)

Synonyms

  1. roomy

  2. empty

Related

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION