헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

γενειάς

1군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: γενειάς

형태분석: γενει (어간) + ᾱς (어미)

어원: ge/neion

  1. 턱수염, 수염
  1. a beard
  2. the sides of the face, cheeks

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 γενειάς

턱수염이

γενειᾱ́

턱수염들이

γενειαί

턱수염들이

속격 γενειοῦ

턱수염의

γενειαῖν

턱수염들의

γενειῶν

턱수염들의

여격 γενειᾷ

턱수염에게

γενειαῖν

턱수염들에게

γενειαῖς

턱수염들에게

대격 γενειᾱ́ν

턱수염을

γενειᾱ́

턱수염들을

γενειᾱ́ς

턱수염들을

호격 γενειᾱ́

턱수염아

γενειᾱ́

턱수염들아

γενειαί

턱수염들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὁ δ’ Ἀθηνόδωροσ ἦν μὲν ἔτι μειράκιον οὐδέπω γενειῶν· (Plutarch, De fraterno amore, section 11 13:1)

    (플루타르코스, De fraterno amore, section 11 13:1)

  • ἀλλὰ μειράκιον ὢν ἔτι καὶ μήπω γενειῶν ὁ Κλώδιοσ ἤλπιζε λήσεσθαι διαδὺσ πρὸσ τὴν Πομπηίαν μετὰ τῶν γυναικῶν, ὡσ δ’ εἰσῆλθε νυκτὸσ εἰσ οἰκίαν μεγάλην, ἠπορεῖτο τῶν διόδων· (Plutarch, Cicero, chapter 28 2:1)

    (플루타르코스, Cicero, chapter 28 2:1)

  • ταύτην τότε τὴν ἑορτὴν τῆσ Πομπηϊάσ ἐπιτελούσησ, ὁ Κλώδιοσ οὔπω γενειῶν καὶ διὰ τοῦτο λήσειν οἰόμενοσ ἐσθῆτα καὶ σκευὴν ψαλτρίασ ἀναλαβὼν ἐχώρει, νέᾳ γυναικὶ τὴν ὄψιν ἐοικώσ. (Plutarch, Caesar, chapter 10 1:1)

    (플루타르코스, Caesar, chapter 10 1:1)

  • οὐ γάρ τι μικρὸν ἦν τὸ Πομπηϊού κλέοσ, ἀλλ’ ἤνθει τότε μάλιστα πρὸσ δόξαν ἐκ τῶν περὶ Σύλλαν ἀνδραγαθημάτων, ἐφ’ οἷσ καὶ Μᾶγνοσ ὑπ’ αὐτοῦ, τουτέστι Μέγασ, ἐπωνομάσθη τιμῶν τε θριαμβικῶν οὔπω γενειῶν ἔτυχεν. (Plutarch, Sertorius, chapter 18 2:1)

    (플루타르코스, Sertorius, chapter 18 2:1)

  • λέγεται δ’ ἔν τινι χορηγίᾳ παρελθεῖν οἰκέτησ αὐτοῦ κεκοσμημένοσ εἰσ σχῆμα Διονύσου, κάλλιστοσ ὀφθῆναι καὶ μέγιστοσ, οὔπω γενειῶν· (Plutarch, , chapter 3 3:3)

    (플루타르코스, , chapter 3 3:3)

  • τοῖσ δ’ ἦν ξανθοτέρα μὲν ἑλιχρύσοιο γενειάσ, στήθεα δὲ στίλβοντα πολὺ πλέον ἢ τὺ Σελάνα, ὡσ ἀπὸ γυμνασίοιο καλὸν πόνον ἄρτι λιπόντων. (Theocritus, Idylls, 60)

    (테오크리토스, Idylls, 60)

유의어

  1. 턱수염

  2. the sides of the face

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION