δουλείᾱ
1군 변화 명사; 여성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
δουλείᾱ
δουλείας
형태분석:
δουλει
(어간)
+
ᾱ
(어미)
뜻
- 속박, 감금, 징역
- slavery, bondage
- servility
- group of slaves
- service for hire
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἀπόδοσ τὰσ γυναῖκάσ μου καὶ τὰ παιδία μου, περὶ ὧν δεδούλευκά σοι, ἵνα ἀπέλθω. σὺ γὰρ γινώσκεισ τὴν δουλείαν, ἣν δεδούλευκά σοι. (Septuagint, Liber Genesis 30:26)
(70인역 성경, 창세기 30:26)
- Ἐὰν δὲ ταπεινωθῇ ὁ ἀδελφόσ σου παρὰ σοί, καὶ πραθῇ σοι, οὐ δουλεύσει σοι δουλείαν οἰκέτου. (Septuagint, Liber Leviticus 25:39)
(70인역 성경, 레위기 25:39)
- καὶ τοῖσ καταλειφθεῖσιν ἐξ ὑμῶν ἐπάξω δουλείαν εἰσ τὴν καρδίαν αὐτῶν ἐν τῇ γῇ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, καί διώξεται αὐτοὺσ φωνὴ φύλλου φερομένου, καὶ φεύξονται ὡσ φεύγοντεσ ἀπὸ πολέμου, καὶ πεσοῦνται οὐδενὸσ διώκοντοσ. (Septuagint, Liber Leviticus 26:36)
(70인역 성경, 레위기 26:36)
- καὶ εἶπε παντὶ ἀνδρὶ Ἰσραήλ. ὑμεῖσ ἔσεσθε εἰσ δουλείαν, καὶ ἐγὼ καὶ Ἰωνάθαν ὁ υἱόσ μου ἐσόμεθα εἰσ δουλείαν. καὶ εἶπεν ὁ λαὸσ πρὸσ Σαούλ. τὸ ἀγαθὸν ἐνώπιόν σου ποίει. (Septuagint, Liber I Samuelis 14:40)
(70인역 성경, 사무엘기 상권 14:40)
유의어
-
group of slaves
-
service for hire
- θητεία (봉사, 복무, 월세)
- λάτρευμα (봉사, 복무, 월세)
- ὑπηρεσία (봉사, 복무)
- λατρεία (봉사, 복무)
- δρηστοσύνη (봉사, 복무)
- δούλευμα (봉사, 복무)
- διακονίᾱ (봉사, 복무)
- ὑπηρέτησις (봉사, 복무)