헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποκρύπτω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀποκρύπτω

형태분석: ἀπο (접두사) + κρύπτ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 숨기다, 감추다, 가리다, 은폐하다, 비밀로 하다
  2. 애매하게 하다, 어둡게 하다, 구름에 둘러싸이다
  1. to hide from, keep hidden from
  2. to hide from sight, keep hidden, conceal, to conceal one's
  3. to obscure, throw into the shade
  4. to lose from sight, Phaeacum abscondimus arces

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκρύπτω

ἀποκρύπτεις

ἀποκρύπτει

쌍수 ἀποκρύπτετον

ἀποκρύπτετον

복수 ἀποκρύπτομεν

ἀποκρύπτετε

ἀποκρύπτουσιν*

접속법단수 ἀποκρύπτω

ἀποκρύπτῃς

ἀποκρύπτῃ

쌍수 ἀποκρύπτητον

ἀποκρύπτητον

복수 ἀποκρύπτωμεν

ἀποκρύπτητε

ἀποκρύπτωσιν*

기원법단수 ἀποκρύπτοιμι

ἀποκρύπτοις

ἀποκρύπτοι

쌍수 ἀποκρύπτοιτον

ἀποκρυπτοίτην

복수 ἀποκρύπτοιμεν

ἀποκρύπτοιτε

ἀποκρύπτοιεν

명령법단수 ἀποκρύπτε

ἀποκρυπτέτω

쌍수 ἀποκρύπτετον

ἀποκρυπτέτων

복수 ἀποκρύπτετε

ἀποκρυπτόντων, ἀποκρυπτέτωσαν

부정사 ἀποκρύπτειν

분사 남성여성중성
ἀποκρυπτων

ἀποκρυπτοντος

ἀποκρυπτουσα

ἀποκρυπτουσης

ἀποκρυπτον

ἀποκρυπτοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκρύπτομαι

ἀποκρύπτει, ἀποκρύπτῃ

ἀποκρύπτεται

쌍수 ἀποκρύπτεσθον

ἀποκρύπτεσθον

복수 ἀποκρυπτόμεθα

ἀποκρύπτεσθε

ἀποκρύπτονται

접속법단수 ἀποκρύπτωμαι

ἀποκρύπτῃ

ἀποκρύπτηται

쌍수 ἀποκρύπτησθον

ἀποκρύπτησθον

복수 ἀποκρυπτώμεθα

ἀποκρύπτησθε

ἀποκρύπτωνται

기원법단수 ἀποκρυπτοίμην

ἀποκρύπτοιο

ἀποκρύπτοιτο

쌍수 ἀποκρύπτοισθον

ἀποκρυπτοίσθην

복수 ἀποκρυπτοίμεθα

ἀποκρύπτοισθε

ἀποκρύπτοιντο

명령법단수 ἀποκρύπτου

ἀποκρυπτέσθω

쌍수 ἀποκρύπτεσθον

ἀποκρυπτέσθων

복수 ἀποκρύπτεσθε

ἀποκρυπτέσθων, ἀποκρυπτέσθωσαν

부정사 ἀποκρύπτεσθαι

분사 남성여성중성
ἀποκρυπτομενος

ἀποκρυπτομενου

ἀποκρυπτομενη

ἀποκρυπτομενης

ἀποκρυπτομενον

ἀποκρυπτομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἢ αἱ μὲν ἔδοσαν ὥσπερ ὑπέσχοντο, σὺ δὲ ὑπὸ φθόνου ἀποκρύπτεισ καὶ ὑπὸ κόλπου φυλάττεισ τὴν δωρεὰν οὐ μεταδιδοὺσ αὐτῆσ τοῖσ δεομένοισ· (Lucian, 3:3)

    (루키아노스, 3:3)

  • ἐπεὶ γὰρ ἐπέθηκα τῇ θύρᾳ τὸ πῶμα ‐ πέτρα δέ ἐστι παμμεγέθησ ‐ καὶ τὸ πῦρ ἀνέκαυσα ἐναυσάμενοσ ὃ ἔφερον δένδρον ἀπὸ τοῦ ὄρουσ, ἐφάνησαν ἀποκρύπτειν αὑτοὺσ πειρώμενοι· (Lucian, Dialogi Marini, cyclops and poseidwn, chapter 22)

    (루키아노스, Dialogi Marini, cyclops and poseidwn, chapter 22)

  • ὑπὸ θάρρουσ γὰρ οὐκ ἀποκρύπτουσιν σφᾶσ, ἀλλὰ προκαλοῦνται, ἐμοὶ δοκεῖν, τὰσ κύνασ. (Arrian, Cynegeticus, chapter 16 1:2)

    (아리아노스, Cynegeticus, chapter 16 1:2)

  • μετ’ ὀλίγον γὰρ καὶ ἡ σελήνη βραχεῖά μοι καθεωρᾶτο καὶ τὴν γῆν ἤδη ἀπέκρυπτον. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 22:1)

    (루키아노스, Icaromenippus, (no name) 22:1)

  • οὐ γὰρ ἂν ἀπεκρύπτου τὰ τοιαῦτα. (Lucian, Dialogi meretricii, 1:11)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 1:11)

유의어

  1. to hide from

  2. 숨기다

  3. 애매하게 하다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION