Ancient Greek-English Dictionary Language

τρομερός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: τρομερός τρομερή τρομερόν

Structure: τρομερ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: tre/mw

Sense

  1. trembling, trembling for fear, quaking
  2. fearful

Examples

  • τρομερῷ δ’ ὑπὸ δείματι πάλλετο θυμόσ. (Apollodorus, Argonautica, book 4 1:29)
  • Δάφνισ ὁ συρικτὰσ τρομερῷ περὶ γήραϊ κάμνων, χειρὸσ ἀεργηλᾶσ τάνδε βαρυνομένασ Πανὶ φιλαγραύλῳ νομίαν ἀνέθηκε κορύναν, γήραϊ ποιμενίων παυσάμενοσ καμάτων. (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 731)
  • εἰσέτι γὰρ σύριγγι μελίσδομαι, εἰσέτι φωνὰ ἄτρομοσ ἐν τρομερῷ σώματι ναιετάει. (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 73 1:1)

Synonyms

  1. fearful

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION