τέμνω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
τέμνω
τεμέω
ἔτεμον
τέτμηκα
Structure:
τέμν
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: Root TEM, cf. te/mw
Sense
- I cut, hew
- I maim, wound
- I butcher, sacrifice
- I cut down, reap
- I cut through, advance, drive through, plow through
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- τὸ δὲ οὐχ οὕτωσ ἔχει σοι, ἀλλὰ ὅσῳ τισ ἂν αὐτὴν ἐξαντλῇ τοῖσ πόνοισ, τοσῷδε μᾶλλον ἐπιρρεῖ κατὰ τὸν περὶ τῆσ Ὕδρασ μῦθον, εἴ τινα ἤκουσασ, ὡσ ἀντὶ μιᾶσ κεφαλῆσ τμηθείσησ δύ’ ἀεὶ ἄλλαι ἀνεφύοντο. (Lucian, Anacharsis, (no name) 35:5)
- καὶ τμηθείσησ τῆσ μὲν ἐλάττονοσ εἰσ δύο καὶ τρία κατὰ τὸ· (Plutarch, De animae procreatione in Timaeo, section 12 6:1)
- λέγω δὴ δεῖν τότε εὐθὺσ τὸ πεζὸν τῷ δίποδι πρὸσ τὸ τετράπουν γένοσ διανεῖμαι, κατιδόντα δὲ τἀνθρώπινον ἔτι μόνῳ τῷ πτηνῷ συνειληχὸσ τὴν δίποδα ἀγέλην πάλιν τῷ ψιλῷ καὶ τῷ πτεροφυεῖ τέμνειν, τμηθείσησ δὲ αὐτῆσ καὶ τότ’ ἤδη τῆσ ἀνθρωπονομικῆσ δηλωθείσησ τέχνησ, φέροντα τὸν πολιτικὸν καὶ βασιλικὸν οἱο͂ν ἡνίοχον εἰσ αὐτὴν ἐνστήσαντα, παραδοῦναι τὰσ τῆσ πόλεωσ ἡνίασ ὡσ οἰκείασ καὶ αὐτῷ ταύτησ οὔσησ τῆσ ἐπιστήμησ. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 59:2)
- τοιαῦτα μὲν οἱ πρὸ ἡμῶν ἐμυθολόγουν, νυνὶ δὲ τῆσ μὲν ὕλησ τῆσ περὶ τὸν Αὄρνον κοπείσησ ὑπὸ Ἀγρίππα, τῶν δὲ χωρίων κατοικοδομηθέντων, ἀπὸ δὲ τοῦ Αὄρνου διώρυγοσ ὑπονόμου τμηθείσησ μέχρι Κύμησ, ἅπαντ’ ἐκεῖνα ἐφάνη μῦθοσ, τοῦ Κοκκηίου τοῦ ποιήσαντοσ τὴν διώρυγα ἐκείνην τε καὶ ἐπὶ νέαν πόλιν ἐκ Δικαιαρχείασ ἐπὶ ταῖσ Βαίαισ, ἐπακολουθήσαντόσ πωσ τῷ περὶ τῶν Κιμμερίων ἀρτίωσ λεχθέντι λόγῳ, τυχὸν ἴσωσ καὶ πάτριον νομίσαντοσ τῷ τόπῳ τούτῳ δι’ ὀρυγμάτων εἶναι τὰσ ὁδούσ. (Strabo, Geography, book 5, chapter 4 10:21)
- διαρρεῖ δὲ καὶ διὰ τῶν πικρῶν καλουμένων λιμνῶν, αἳ πρότερον μὲν ἦσαν πικραί, τμηθείσησ δὲ τῆσ διώρυγοσ τῆσ λεχθείσησ μετεβάλοντο τῇ κράσει τοῦ ποταμοῦ, καὶ νῦν εἰσιν εὐόψοι, μεσταὶ δὲ καὶ τῶν λιμναίων ὀρνέων. (Strabo, Geography, book 17, chapter 1 49:2)
Synonyms
-
I cut
-
I maim
-
I butcher
-
I cut down
- καταμάω (to cut down, reap like corn)
- ἐπικείρω (to cut off, cut down)
- κατακόπτω (to cut down, cut in pieces, cut up)
- ἐξαμάω (to mow or reap out, to finish mowing or reaping, to cut out)
Derived
- ἀμφιτέμνω (to cut off on all sides, intercept)
- ἀνατέμνω (to cut open)
- ἀποπροτέμνω (to cut off from, after he had cut a slice from)
- ἀποτέμνω (to cut off, sever, having)
- διατέμνω (to cut through, cut in twain, dissever)
- ἐγκατατέμνω (to cut up among)
- ἐκτέμνω (to cut out, to cut down trees, fell)
- ἐντέμνω (to cut in, engrave upon, to cut up)
- ἐπιτέμνω (to cut upon the surface, make an incision, gash)
- κατατέμνω (to cut in pieces, cut up, regularly)
- περιτέμνω (to cut or clip round about, to prune, to make incisions all round)
- προτέμνω (to cut up beforehand, to cut off in front, cut short)
- συντέμνω (to cut in pieces: to cut down, cut short, to curtail)
- ὑποτέμνω (to cut away under, cut away, to cut underhand or unfairly)