- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ποτάμιος?

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: potamios 고전 발음: [뽀따미오] 신약 발음: [뽀따미오]

기본형: ποτάμιος ποτάμια ποτάμιον

형태분석: ποταμι (어간) + ος (어미)

어원: ποταμός

  1. of or from a river

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ποτάμιος

(이)가

ποταμία

(이)가

ποτάμιον

(것)가

속격 ποταμίου

(이)의

ποταμίας

(이)의

ποταμίου

(것)의

여격 ποταμίῳ

(이)에게

ποταμίᾳ

(이)에게

ποταμίῳ

(것)에게

대격 ποτάμιον

(이)를

ποταμίαν

(이)를

ποτάμιον

(것)를

호격 ποτάμιε

(이)야

ποταμία

(이)야

ποτάμιον

(것)야

쌍수주/대/호 ποταμίω

(이)들이

ποταμία

(이)들이

ποταμίω

(것)들이

속/여 ποταμίοιν

(이)들의

ποταμίαιν

(이)들의

ποταμίοιν

(것)들의

복수주격 ποτάμιοι

(이)들이

ποτάμιαι

(이)들이

ποτάμια

(것)들이

속격 ποταμίων

(이)들의

ποταμιῶν

(이)들의

ποταμίων

(것)들의

여격 ποταμίοις

(이)들에게

ποταμίαις

(이)들에게

ποταμίοις

(것)들에게

대격 ποταμίους

(이)들을

ποταμίας

(이)들을

ποτάμια

(것)들을

호격 ποτάμιοι

(이)들아

ποτάμιαι

(이)들아

ποτάμια

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • στίλβουσι δ ὥστε ποταμίου κύκνου πτερόν. (Euripides, Rhesus, episode 1:13)

    (에우리피데스, Rhesus, episode 1:13)

  • περῶσα γὰρ δὴ ποταμίους διὰ ῥοὰς λέκτροις ἐπλάθην Στρυμόνος φυταλμίοις, ὅτ ἤλθομεν γῆς χρυσόβωλον ἐς λέπας Πάγγαιον ὀργάνοισιν ἐξησκημέναι Μοῦσαι μεγίστην εἰς ἔριν μελῳδίας κείνῳ σοφιστῇ Θρῃκί, κἀκτυφλώσαμεν Θάμυριν, ὃς ἡμῶν πόλλ ἐδέννασεν τέχνην. (Euripides, Rhesus, episode, antistrophe 1 1:3)

    (에우리피데스, Rhesus, episode, antistrophe 1 1:3)

  • εἰ που τὸν Νεῖλον εἶδες γραφῇ μεμιμημένον, αὐτὸν μὲν κείμενον ἐπὶ κροκοδείλου τινὸς ἢ ἵππου τοῦ ποταμίου, οἱοῖ πολλοὶ ἐν αὐτῷ, μικρὰ δέ τινα παιδία παρ αὐτὸν παίζοντα - πήχεις δὲ αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι καλοῦσι, - τοιοῦτοι καὶ περὶ τὴν Ῥητορικὴν οἱ ἔπαινοι. (Lucian, Rhetorum praeceptor, (no name) 6:6)

    (루키아노스, Rhetorum praeceptor, (no name) 6:6)

  • ἐπεὶ δὲ κινεῖς μῦθον, ἱκετεύω, ξένε, ἄγγελλ Ὀρέστῃ τἀμὰ καὶ κείνου κακά, πρῶτον μὲν οἱοίς ἐν πέπλοις αὐλίζομαι, πίνῳ θ ὅσῳ βέβριθ, ὑπὸ στέγαισί τε οἱαίσι ναίω βασιλικῶν ἐκ δωμάτων, αὐτὴ μὲν ἐκμοχθοῦσα κερκίσιν πέπλους, ἢ γυμνὸν ἕξω σῶμα κἀστερήσομαι, αὐτὴ δὲ πηγὰς ποταμίους φορουμένη, ἀνέορτος ἱερῶν καὶ χορῶν τητωμένη. (Euripides, episode 2:2)

    (에우리피데스, episode 2:2)

  • Ἀρτίως ἡγνίσμεθα λουτροῖσι καθαροῖς ποταμίων ῥείθρων ἄπο. (Euripides, episode 1:18)

    (에우리피데스, episode 1:18)

  • φάγρος γίνεται μὲν καὶ ποτάμιος, καλλίων δ ἐστὶν ὁ θαλάττιος. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 52 1:1)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 52 1:1)

  • κεστρεὺς δὲ γίνεται μὲν καὶ θαλάσσιος καὶ λιμναῖος καὶ ποτάμιος, οὗτος δέ, φησί, καλεῖται καὶ ὀξύρυγχος , κορακῖνος δ ὁ ἐκ τοῦ Νείλου: (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 52 1:6)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 52 1:6)

  • μάθε οὖν ὅτι ἀρσενικῶς εἴρηκε τὸν τίγριν Ἄλεξις ἐν Πυραύνῳ οὕτως ἄνοιγ, ἄνοιγε τὴν θύραν ἐλάνθανον πάλαι περιπατῶν ἀνδριάς, 6 ἀλέτων ὄνος, ποτάμιος ἵππος, τοῖχος, ὁ Σελεύκου τίγρις. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 57 2:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 57 2:2)

  • ὁ δὲ ποτάμιος κορακῖνος, ὃν πέλτην τινὲς καλοῦσιν, ὁ ἀπὸ τοῦ Νείλου, ὃν οἱ κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἰδίως ἡμίνηρον ὀνομάζουσιν, ὑποπίμελος μέν ἐστι καὶ ἥκιστα κακόχυλος, σαρκώδης, τρόφιμος, εὔπεπτος, εὐανάδοτος, κατὰ πάντα τοῦ μύλλου κρείσσων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 932)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 932)

  • πότερον ὁ ποτάμιος ἀὴρ ἀεὶ δυσκίνητος ὢν καὶ βαρὺς ἐν δὲ χειμῶνι μᾶλλον παχυνόμενος διὰ τὴν περίψυξιν, ἐμποδών ἐστι τοῖς πλέουσιν : (Plutarch, Quaestiones Naturales, chapter 72)

    (플루타르코스, Quaestiones Naturales, chapter 72)

유의어

  1. of or from a river

관련어

명사

형용사

동사

부사

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION