헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πάλαισμα

3군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πάλαισμα πάλαισματος

형태분석: παλαισματ (어간)

어원: palai/w

  1. 계략, 기피, 속임수, 책략
  1. a bout or fall in wrestling
  2. any struggle
  3. any trick or artifice, subterfuge, a trick

곡용 정보

3군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔτι δὲ παιδὸσ ὄντοσ αὐτοῦ Φίλιππον παρεπιδημοῦντα καὶ σχολὴν ἄγοντα τὰ τῶν Καρδιανῶν θεάσασθαι παγκράτια μειρακίων καὶ παλαίσματα παίδων, ἐν οἷσ εὐημερήσαντα τὸν Εὐμενῆ καὶ φανέντα συνετὸν καὶ ἀνδρεῖον ἀρέσαι τῷ Φιλίππῳ καὶ ἀναληφθῆναι. (Plutarch, chapter 1 1:2)

    (플루타르코스, chapter 1 1:2)

  • οὕτω δ’ Ἀτρέωσ παῖδασ ὁ κρείσσων ἐπ’ Ἀλεξάνδρῳ πέμπει ξένιοσ Ζεὺσ πολυάνοροσ ἀμφὶ γυναικὸσ πολλὰ παλαίσματα καὶ γυιοβαρῆ γόνατοσ κονίαισιν ἐρειδομένου διακναιομένησ τ’ ἐν προτελείοισ κάμακοσ θήσων Δαναοῖσι Τρωσί θ’ ὁμοίωσ. (Aeschylus, Agamemnon, episode, anapests 1:2)

    (아이스킬로스, 아가멤논, episode, anapests 1:2)

  • εἰσ τὸν αὐτόν πᾶσαν ὅση σοφίη λεπτῆσ φρενὸσ ἐν μερόπεσσιν ἀμφὶ γεωμετρίην καὶ θέσιν οὐρανίων, καὶ λογικῆσ τέχνησ τὰ παλαίσματα, γραμματικήν τε ἠδ’ ἰητορίην, ῥητορικῆσ τε μένοσ, Καισάριοσ πτερόωντι νόῳ μοῦνοσ καταμάρψασ, αἰαῖ· (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 8, chapter 911)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume II, book 8, chapter 911)

  • καὶ ὡσ τοῖσ παιδοτρίβαισ οὐκ ἀρκεῖ εἰπεῖν τὰ παλαίσματα, ἀλλὰ καὶ δεῖξαι ἀνάγκη τῷ μαθησομένῳ· (Dio, Chrysostom, Orationes, 39:1)

    (디오, 크리소토모스, 연설 (2), 39:1)

  • ἀγῶσι μὴ προλέγειν τὰ παλαίσματα μηδὲ τί δεῖ φυλάξασθαι, ἐν δὲ κατασκευῇ πολέμου καὶ συστάσει πραγμάτων προπέμπειν τὸν κωλυτὴν ὥσπερ δεδοικότα ὑπὲρ τῶν πολεμίων. (Aristides, Aelius, Orationes, 5:11)

    (아리스티데스, 아일리오스, 연설, 5:11)

유의어

  1. any struggle

  2. 계략

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION