헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πάλαισμα

3군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πάλαισμα πάλαισματος

형태분석: παλαισματ (어간)

어원: palai/w

  1. 계략, 기피, 속임수, 책략
  1. a bout or fall in wrestling
  2. any struggle
  3. any trick or artifice, subterfuge, a trick

곡용 정보

3군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρῶτον οὖν ἡμῖν δοκεῖ ἐξισῶσαι τοὺσ πολίτασ κἀφελεῖν τὰ δείματα, κεἴ τισ ἥμαρτε σφαλείσ τι Φρυνίχου παλαίσμασιν, ἐγγενέσθαι φημὶ χρῆναι τοῖσ ὀλισθοῦσιν τότε αἰτίαν ἐκθεῖσι λῦσαι τὰσ πρότερον ἁμαρτίασ. (Aristophanes, Frogs, Parabasis, epirrheme2)

    (아리스토파네스, Frogs, Parabasis, epirrheme2)

  • ὦ Διὸσ ἐννέα παρθένοι ἁγναὶ Μοῦσαι, λεπτολόγουσ ξυνετὰσ φρένασ αἳ καθορᾶτε ἀνδρῶν γνωμοτύπων, ὅταν εἰσ ἔριν ὀξυμερίμνοισ ἔλθωσι στρεβλοῖσι παλαίσμασιν ἀντιλογοῦντεσ, ἔλθετ’ ἐποψόμεναι δύναμιν δεινοτάτοιν στομάτοιν πορίσασθαι ῥήματα καὶ παραπρίσματ’ ἐπῶν. (Aristophanes, Frogs, Lyric-Scene, lyric1)

    (아리스토파네스, Frogs, Lyric-Scene, lyric1)

  • οὔτοι χαμαιπετέων λόγων ἐφάψεαι ἀνδρὸσ ἀμφὶ παλαίσμασιν φόρμιγγ’ ἐλελίζων κλεινᾶσ ἐξ Ὀπόεντοσ· (Pindar, Odes, olympian odes, olympian 9 3:2)

    (핀다르, Odes, olympian odes, olympian 9 3:2)

  • ὅσσα δ’ ἀπὸ σκελέων ἑδροστρόφοι Ἀργόθεν ἄνδρεσ ἀλλάλουσ σφάλλοντι παλαίσμασιν, ὅσσά τε πύκται δεινοὶ ἐν ἱμάντεσσιν, ἅ τ’ ἐσ γαῖαν προπεσόντεσ πάμμαχοι ἐξεύροντο σοφίσματα σύμφορα τέχνᾳ, πάντ’ ἔμαθ’ Ἑρμείαο διδασκόμενοσ παρὰ παιδὶ Ἁρπαλύκῳ Φανοτῆι, τὸν οὐδ’ ἂν τηλόθι λεύσσων θαρσαλέωσ τισ ἔμεινεν ἀεθλεύοντ’ ἐν ἀγῶνι· (Theocritus, Idylls, 62)

    (테오크리토스, Idylls, 62)

유의어

  1. any struggle

  2. 계략

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION