Ancient Greek-English Dictionary Language

κυάνεος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κυάνεος

Structure: κυανε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ku/anos

Sense

  1. dark-blue

Examples

  • ἐνθένδε ἐπὶ Κυανέασ εἴκοσι καὶ τριακόσιοι. (Arrian, Periplus Ponti Euxini, chapter 25 5:1)
  • κἀγὼ σὲ σώσω κυανέασ ἔξω πέτρασ. (Euripides, Iphigenia in Tauris, episode, lyric 5:21)
  • διὰ κυανέασ μὴν στενοπόρου πέτρασ μακρὰ κέλευθα να‐ ί̈οισιν δρασμοῖσ. (Euripides, Iphigenia in Tauris, episode, lyric 1:10)
  • ἁ δὲ φοινικόκροκον ζώναν καταθηκαμένα κάλπιδά τ’ ἀργυρέαν, λόχμασ ὑπὸ κυανέασ τίκτε θεόφρονα κοῦρον. (Pindar, Odes, olympian odes, olympian 6 12:3)
  • Ἀρχόμενοσ σέο, Φοῖβε, παλαιγενέων κλέα φωτῶν μνήσομαι, οἳ Πόντοιο κατὰ στόμα καὶ διὰ πέτρασ Κυανέασ βασιλῆοσ ἐφημοσύνῃ Πελίαο χρύσειον μετὰ κῶασ ἐύζυγον ἤλασαν Ἀργώ. (Apollodorus, Argonautica, book 1 1:1)

Synonyms

  1. dark-blue

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION