헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐγχώριος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐγχώριος ἐγχώριον

형태분석: ἐγχωρι (어간) + ος (어미)

어원: xw/ra

  1. in or of the country
  2. a dweller in, inhabitant
  3. according to the custom of the country

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 ἐγχώριος

(이)가

ἐγχώριον

(것)가

속격 ἐγχωρίου

(이)의

ἐγχωρίου

(것)의

여격 ἐγχωρίῳ

(이)에게

ἐγχωρίῳ

(것)에게

대격 ἐγχώριον

(이)를

ἐγχώριον

(것)를

호격 ἐγχώριε

(이)야

ἐγχώριον

(것)야

쌍수주/대/호 ἐγχωρίω

(이)들이

ἐγχωρίω

(것)들이

속/여 ἐγχωρίοιν

(이)들의

ἐγχωρίοιν

(것)들의

복수주격 ἐγχώριοι

(이)들이

ἐγχώρια

(것)들이

속격 ἐγχωρίων

(이)들의

ἐγχωρίων

(것)들의

여격 ἐγχωρίοις

(이)들에게

ἐγχωρίοις

(것)들에게

대격 ἐγχωρίους

(이)들을

ἐγχώρια

(것)들을

호격 ἐγχώριοι

(이)들아

ἐγχώρια

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἡμεῖσ δ’ ἀξιοῦμεν τῇ πόλει προῖκα γενναίωσ ἀμύνειν καὶ θεοῖσ ἐγχωρίοισ. (Aristotle, Parabasis, epirrheme6)

    (아리스토텔레스, Parabasis, epirrheme6)

  • χρημάτων δὲ δεομένησ τῆσ Σπάρτησ πρὸσ πόλεμον καὶ ξενοτροφούσησ, ἐπορεύθη ὁ Ἀγησίλαοσ εἰσ Αἴγυπτον μεταπεμφθεὶσ ὑπὸ τοῦ βασιλέωσ Αἰγυπτίων ἐπὶ μισθῷ διὰ δὲ τὸ λιτὸν τῆσ ἐσθῆτοσ εἰσ καταφρόνησιν ἦλθε τοῖσ ἐγχωρίοισ· (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 761)

    (플루타르코스, Apophthegmata Laconica, , section 761)

  • διὰ δὲ τὸ λιτὸν τῆσ ἐσθῆτοσ εἰσ καταφρόνησιν ἦλθε τοῖσ ἐγχωρίοισ· (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 76 1:1)

    (플루타르코스, Apophthegmata Laconica, , section 76 1:1)

  • Δάτισ ὁ Περσῶν σατράπησ μετὰ τριάκοντα μυριάδων εἰσ Μαραθῶνα παραγενόμενοσ, πεδίον τῆσ Ἀττικῆσ, καὶ στρατοπεδευσάμενοσ πόλεμον τοῖσ ἐγχωρίοισ κατήγγειλεν· (Plutarch, Parallela minora, section 11)

    (플루타르코스, Parallela minora, section 11)

  • Ξέρξησ μετὰ πεντακοσίων μυριάδων Ἀρτεμισίῳ προσορμίσασ πόλεμον τοῖσ ἐγχωρίοισ κατήγγειλεν· (Plutarch, Parallela minora, section 21)

    (플루타르코스, Parallela minora, section 21)

유의어

  1. in or of the country

  2. a dweller in

  3. according to the custom of the country

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION