헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαφεύγω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαφεύγω διαφεύξομαι

형태분석: δια (접두사) + φεύγ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 탈출하다, 도망치다, 달아나다, 도망가다, 빠져나가다, 회피하다, 사라지다
  1. to flee through, get away from, escape, to escape, it is, too late
  2. to escape one, escape one's notice or memory

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφεύγω

(나는) 탈출한다

διαφεύγεις

(너는) 탈출한다

διαφεύγει

(그는) 탈출한다

쌍수 διαφεύγετον

(너희 둘은) 탈출한다

διαφεύγετον

(그 둘은) 탈출한다

복수 διαφεύγομεν

(우리는) 탈출한다

διαφεύγετε

(너희는) 탈출한다

διαφεύγουσιν*

(그들은) 탈출한다

접속법단수 διαφεύγω

(나는) 탈출하자

διαφεύγῃς

(너는) 탈출하자

διαφεύγῃ

(그는) 탈출하자

쌍수 διαφεύγητον

(너희 둘은) 탈출하자

διαφεύγητον

(그 둘은) 탈출하자

복수 διαφεύγωμεν

(우리는) 탈출하자

διαφεύγητε

(너희는) 탈출하자

διαφεύγωσιν*

(그들은) 탈출하자

기원법단수 διαφεύγοιμι

(나는) 탈출하기를 (바라다)

διαφεύγοις

(너는) 탈출하기를 (바라다)

διαφεύγοι

(그는) 탈출하기를 (바라다)

쌍수 διαφεύγοιτον

(너희 둘은) 탈출하기를 (바라다)

διαφευγοίτην

(그 둘은) 탈출하기를 (바라다)

복수 διαφεύγοιμεν

(우리는) 탈출하기를 (바라다)

διαφεύγοιτε

(너희는) 탈출하기를 (바라다)

διαφεύγοιεν

(그들은) 탈출하기를 (바라다)

명령법단수 διαφεύγε

(너는) 탈출해라

διαφευγέτω

(그는) 탈출해라

쌍수 διαφεύγετον

(너희 둘은) 탈출해라

διαφευγέτων

(그 둘은) 탈출해라

복수 διαφεύγετε

(너희는) 탈출해라

διαφευγόντων, διαφευγέτωσαν

(그들은) 탈출해라

부정사 διαφεύγειν

탈출하는 것

분사 남성여성중성
διαφευγων

διαφευγοντος

διαφευγουσα

διαφευγουσης

διαφευγον

διαφευγοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφεύγομαι

(나는) 탈출된다

διαφεύγει, διαφεύγῃ

(너는) 탈출된다

διαφεύγεται

(그는) 탈출된다

쌍수 διαφεύγεσθον

(너희 둘은) 탈출된다

διαφεύγεσθον

(그 둘은) 탈출된다

복수 διαφευγόμεθα

(우리는) 탈출된다

διαφεύγεσθε

(너희는) 탈출된다

διαφεύγονται

(그들은) 탈출된다

접속법단수 διαφεύγωμαι

(나는) 탈출되자

διαφεύγῃ

(너는) 탈출되자

διαφεύγηται

(그는) 탈출되자

쌍수 διαφεύγησθον

(너희 둘은) 탈출되자

διαφεύγησθον

(그 둘은) 탈출되자

복수 διαφευγώμεθα

(우리는) 탈출되자

διαφεύγησθε

(너희는) 탈출되자

διαφεύγωνται

(그들은) 탈출되자

기원법단수 διαφευγοίμην

(나는) 탈출되기를 (바라다)

διαφεύγοιο

(너는) 탈출되기를 (바라다)

διαφεύγοιτο

(그는) 탈출되기를 (바라다)

쌍수 διαφεύγοισθον

(너희 둘은) 탈출되기를 (바라다)

διαφευγοίσθην

(그 둘은) 탈출되기를 (바라다)

복수 διαφευγοίμεθα

(우리는) 탈출되기를 (바라다)

διαφεύγοισθε

(너희는) 탈출되기를 (바라다)

διαφεύγοιντο

(그들은) 탈출되기를 (바라다)

명령법단수 διαφεύγου

(너는) 탈출되어라

διαφευγέσθω

(그는) 탈출되어라

쌍수 διαφεύγεσθον

(너희 둘은) 탈출되어라

διαφευγέσθων

(그 둘은) 탈출되어라

복수 διαφεύγεσθε

(너희는) 탈출되어라

διαφευγέσθων, διαφευγέσθωσαν

(그들은) 탈출되어라

부정사 διαφεύγεσθαι

탈출되는 것

분사 남성여성중성
διαφευγομενος

διαφευγομενου

διαφευγομενη

διαφευγομενης

διαφευγομενον

διαφευγομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφεύξομαι

(나는) 탈출하겠다

διαφεύξει, διαφεύξῃ

(너는) 탈출하겠다

διαφεύξεται

(그는) 탈출하겠다

쌍수 διαφεύξεσθον

(너희 둘은) 탈출하겠다

διαφεύξεσθον

(그 둘은) 탈출하겠다

복수 διαφευξόμεθα

(우리는) 탈출하겠다

διαφεύξεσθε

(너희는) 탈출하겠다

διαφεύξονται

(그들은) 탈출하겠다

기원법단수 διαφευξοίμην

(나는) 탈출하겠기를 (바라다)

διαφεύξοιο

(너는) 탈출하겠기를 (바라다)

διαφεύξοιτο

(그는) 탈출하겠기를 (바라다)

쌍수 διαφεύξοισθον

(너희 둘은) 탈출하겠기를 (바라다)

διαφευξοίσθην

(그 둘은) 탈출하겠기를 (바라다)

복수 διαφευξοίμεθα

(우리는) 탈출하겠기를 (바라다)

διαφεύξοισθε

(너희는) 탈출하겠기를 (바라다)

διαφεύξοιντο

(그들은) 탈출하겠기를 (바라다)

부정사 διαφεύξεσθαι

탈출할 것

분사 남성여성중성
διαφευξομενος

διαφευξομενου

διαφευξομενη

διαφευξομενης

διαφευξομενον

διαφευξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέφευγον

(나는) 탈출하고 있었다

διέφευγες

(너는) 탈출하고 있었다

διέφευγεν*

(그는) 탈출하고 있었다

쌍수 διεφεύγετον

(너희 둘은) 탈출하고 있었다

διεφευγέτην

(그 둘은) 탈출하고 있었다

복수 διεφεύγομεν

(우리는) 탈출하고 있었다

διεφεύγετε

(너희는) 탈출하고 있었다

διέφευγον

(그들은) 탈출하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεφευγόμην

(나는) 탈출되고 있었다

διεφεύγου

(너는) 탈출되고 있었다

διεφεύγετο

(그는) 탈출되고 있었다

쌍수 διεφεύγεσθον

(너희 둘은) 탈출되고 있었다

διεφευγέσθην

(그 둘은) 탈출되고 있었다

복수 διεφευγόμεθα

(우리는) 탈출되고 있었다

διεφεύγεσθε

(너희는) 탈출되고 있었다

διεφεύγοντο

(그들은) 탈출되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • φείδου, ὦ Ζεῦ, τῶν ἀπειλῶν, εἰδὼσ οὐδέν με πεισόμενον ὅ τι μὴ καὶ τῇ Μοίρᾳ πρὸ σοῦ ἔδοξεν ἐπεὶ οὐδ’ αὐτοὺσ ἐκείνουσ ὁρῶ τοὺσ ἱεροσύλουσ κολαζομένουσ, ἀλλ’ οἵ γε πλεῖστοι διαφεύγουσιν ὑμᾶσ· (Lucian, Juppiter confuatus, (no name) 9:4)

    (루키아노스, Juppiter confuatus, (no name) 9:4)

  • ὡσ γὰρ τῶν ὑπ’ αὐλοῖσ ᾀδόντων αἱ πολλαὶ τοὺσ ἀκούοντασ ἁμαρτίαι διαφεύγουσιν, οὕτω περιττὴ καὶ σοβαρὰ λέξισ ἀντιλάμπει τῷ ἀκροατῇ πρὸσ τὸ δηλούμενον. (Plutarch, De Recta Ratione Audiendi, chapter, section 7 9:1)

    (플루타르코스, De Recta Ratione Audiendi, chapter, section 7 9:1)

  • ἀλλ’ ἐπεισελθόντεσ εἰσ τὸ χωρίον γεωργῶ δὲ πρὸσ τῷ ἱπποδρόμῳ, καὶ οἰκῶ ἐνταῦθα ἐκ μειρακίου πρῶτον μὲν ἐπὶ τοὺσ οἰκέτασ ᾖξαν, ὡσ δὲ οὗτοι διαφεύγουσιν αὐτοὺσ καὶ ἄλλοσ ἄλλῃ ἀπεχώρησαν, ἐλθόντεσ πρὸσ τὴν οἰκίαν καὶ ἐκβαλόντεσ τὴν θύραν τὴν εἰσ τὸν κῆπον φέρουσαν Εὐέργόσ τε οὑτοσὶ ὁ ἀδελφὸσ ὁ Θεοφήμου καὶ Μνησίβουλοσ ὁ κηδεστὴσ αὐτοῦ, οἷσ οὐδεμίαν δίκην ὠφλήκειν οὐδὲ προσῆκεν αὐτοὺσ ἅπτεσθαι τῶν ἐμῶν οὐδενόσ, εἰσελθόντεσ ἐπὶ τὴν γυναῖκά μου καὶ τὰ παιδία ἐξεφορήσαντο ὅσα ἔτι ὑπόλοιπά μοι ἦν σκεύη ἐν τῇ οἰκίᾳ. (Demosthenes, Speeches 41-50, 70:1)

    (데모스테네스, Speeches 41-50, 70:1)

  • Ταῦτα δὲ ἐν ἀρχῇσιν ἐπιφαινόμενα παραφροσύνησ δηλωτικά ἐστι σφοδρῆσ, καὶ ὡσ ἐπιτοπολὺ ἀποθνήσκουσιν‧ οἱ δὲ διαφεύγοντεσ, ἢ μετὰ ἀποστήματοσ, ἢ αἵματοσ Ῥύσιοσ ἐκ τῆσ Ῥινὸσ, ἢ πῦον παχὺ πτύσαντεσ διαφεύγουσιν, ἄλλωσ δὲ οὔ. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 11.10)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 11.10)

  • εἰσὶ δὲ ὄρειοι οἱ Κοσσαῖοι καὶ χωρία ὀχυρὰ κατὰ κώμασ νέμονται, ὁπότε προσάγοι δύναμισ ἐσ τὰ ἄκρα τῶν ὀρῶν ἀποχωροῦντεσ ἀθρόοι ἢ ὅπωσ ἂν προχωρῇ ἑκάστοισ οὕτω διαφεύγουσιν, ἐσ ἀπορίαν βάλλοντεσ τοὺσ ξὺν δυνάμει σφίσιν ἐπιχειροῦντασ· (Arrian, Anabasis, book 7, chapter 15 2:1)

    (아리아노스, Anabasis, book 7, chapter 15 2:1)

유의어

  1. 탈출하다

  2. to escape one

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION