Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀρκτικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἀρκτικός ἀρκτική ἀρκτικόν

Structure: ἀρκτικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. having to do with the Great Bear (Ursa Major)
  2. northern lands (lands near Ursa Major)

Examples

  • καλεῖται δ’ αὐτῶν ὁ μὲν ἀρκτικόσ τε καὶ ἀειφανήσ, ὁ δὲ θερινὸσ τροπικόσ, ὁ δ’ ἰσημερινόσ, ὁ δὲ χειμερινὸσ τροπικόσ, ὁ δ’ ἀνταρκτικόσ τε καὶ ἀφανήσ· (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 2, 2:2)
  • μετεωρίζεται γὰρ ἀπὸ τῶν βορείων μερῶν ὁ τοῦ ἄξονοσ πόλοσ, περὶ ὃν ἡ τοῦ κόσμου στροφὴ γίνεται, καὶ τῶν πέντε κύκλων τῶν διεζωκότων τὴν σφαῖραν ὁ καλούμενοσ ἀρκτικὸσ ἀεὶ τῇδε φανερόσ· (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 2, chapter 5 5:2)
  • " ὁ γὰρ ἀρκτικόσ ἐστι δύσεωσ καὶ ἀνατολῆσ ὁρ́οσ, οὐχ ἡ ἄρκτοσ. (Strabo, Geography, book 1, chapter 1 12:12)
  • εἰπὼν δὲ αὐτοῦ στρέφεσθαι καὶ ἀμοιρεῖν τοῦ ὠκεανοῦ οἶδεν ὅτι κατὰ σημεῖον τὸ ἀρκτικώτατον τοῦ ὁρίζοντοσ γίνεται ὁ ἀρκτικόσ. (Strabo, Geography, book 1, chapter 1 12:14)
  • παρὰ δὲ τῶν ἄλλων οὐδὲν ἱστορῶ, οὔθ’ ὅτι Θούλη νῆσόσ ἐστί τισ οὔτ’ εἰ τὰ μέχρι δεῦρο οἰκήσιμά ἐστιν, ὅπου ὁ θερινὸσ τροπικὸσ ἀρκτικὸσ γίνεται. (Strabo, Geography, book 2, chapter 5 16:2)

Synonyms

  1. having to do with the Great Bear

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION