헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

Λακωνικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: Λακωνικός Λακωνική Λακωνικόν

형태분석: Λακωνικ (어간) + ος (어미)

  1. Laconian

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 Λακωνικός

(이)가

Λακωνική

(이)가

Λακωνικόν

(것)가

속격 Λακωνικοῦ

(이)의

Λακωνικῆς

(이)의

Λακωνικοῦ

(것)의

여격 Λακωνικῷ

(이)에게

Λακωνικῇ

(이)에게

Λακωνικῷ

(것)에게

대격 Λακωνικόν

(이)를

Λακωνικήν

(이)를

Λακωνικόν

(것)를

호격 Λακωνικέ

(이)야

Λακωνική

(이)야

Λακωνικόν

(것)야

쌍수주/대/호 Λακωνικώ

(이)들이

Λακωνικᾱ́

(이)들이

Λακωνικώ

(것)들이

속/여 Λακωνικοῖν

(이)들의

Λακωνικαῖν

(이)들의

Λακωνικοῖν

(것)들의

복수주격 Λακωνικοί

(이)들이

Λακωνικαί

(이)들이

Λακωνικά

(것)들이

속격 Λακωνικῶν

(이)들의

Λακωνικῶν

(이)들의

Λακωνικῶν

(것)들의

여격 Λακωνικοῖς

(이)들에게

Λακωνικαῖς

(이)들에게

Λακωνικοῖς

(것)들에게

대격 Λακωνικούς

(이)들을

Λακωνικᾱ́ς

(이)들을

Λακωνικά

(것)들을

호격 Λακωνικοί

(이)들아

Λακωνικαί

(이)들아

Λακωνικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • δειπνεῖ τε καταδύσ, πῶσ δοκεῖσ, Λακωνικῶσ, ὄξουσ δὲ κοτύλην Β. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 76 1:5)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 76 1:5)

  • ἑάλω δὲ καὶ γράμματα λακωνικῶσ φράζοντα τοῖσ Ἐφόροισ τὴν γεγενημένην ἀτυχίαν· (Plutarch, , chapter 28 6:2)

    (플루타르코스, , chapter 28 6:2)

  • "ὦ βασιλεῦ, τοῦτον δεῖ τὸν ζωμὸν γυμνασάμενον Λακωνικῶσ καὶ τῷ Εὐρώτᾳ λελουμένον ἐποψᾶσθαι. (Plutarch, Instituta Laconica, section 22)

    (플루타르코스, Instituta Laconica, section 22)

  • "ὦ βασιλεῦ, τοῦτον δεῖ τὸν ζωμὸν γυμνασάμενον Λακωνικῶσ, τῷ Εὐρώτᾳ δὲ λελουμένον ἐποψᾶσθαι. (Plutarch, Instituta Laconica, section 2 3:1)

    (플루타르코스, Instituta Laconica, section 2 3:1)

  • "ὦ Χερσία, καὶ τοὺσ μικροὺσ νῦν μὲν εἰσ μικρὰ κομιδῇ συστέλλοντασ ἑαυτοὺσ ὡσ στρογγύλωσ καὶ Λακωνικῶσ βιωσομένουσ, νῦν δέ, εἰ μὴ τὰ πάντων ἔχουσιν ἰδιωτῶν ἅμα καὶ βασιλέων, ὑπ’ ἐνδείασ ἀπολεῖσθαι νομίζοντασ; (Plutarch, Septem sapientium convivium, chapter, section 14 2:1)

    (플루타르코스, Septem sapientium convivium, chapter, section 14 2:1)

관련어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION