ὑπεραίρω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ὑπεραίρω
ὑπεραρῶ
형태분석:
ὑπερ
(접두사)
+
αί̓ρ
(어간)
+
ω
(인칭어미)
뜻
- 도망치다, 등한시하다, 지나치다, 못 보고 넘어가다, 무시하다
- 우수하다, 넘어서다, 뛰어나다, ~에 접촉해 있다, 초과하다
- 초과하다, 능가하다, 넘다, 초월하다
- 넘치다, 범람하다
- to lift or raise up over, to lift oneself above, to exalt oneself, be exalted
- to climb or get over, pass over, to double, to outflank
- to transcend, excel, outdo, in
- to overshoot, go beyond, exceed
- to overflow
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- λείπεται δὲ παῖσ ὀρφανὸσ γονέων, ὄνομα Δάμων, παρωνύμιον δὲ Περιπόλτασ, πολὺ δή τι καὶ σώματοσ κάλλει καὶ ψυχῆσ φρονήματι τοὺσ καθ’ αὑτὸν ὑπεραίρων νέουσ, ἄλλωσ δ’ ἀπαίδευτοσ καὶ σκληρὸσ τὸ ἦθοσ. (Plutarch, , chapter 1 1:3)
(플루타르코스, , chapter 1 1:3)
- τοῦτο πλεῖστον ὑπῆρχεν αὐτῷ, καὶ δόξα καὶ χάρισ καὶ ὑπερβάλλουσα τιμὴ καὶ φιλοφροσύνη παρὰ τῶν στρατιωτῶν, ἃ γὰρ ἑτέροισ ἐπέταττεν ἑκουσίωσ διαπονῶν, καὶ στολὴν μὲν καὶ δίαιταν καὶ πορείαν ἐκείνοισ μᾶλλον ἢ τοῖσ ἄρχουσιν ὁμοιούμενοσ, ἤθει δὲ καὶ φρονήματι καὶ λόγῳ πάντασ ὑπεραίρων τοὺσ αὐτοκράτορασ καὶ στρατηγοὺσ προσαγορευομένουσ, ἔλαθε διὰ τούτων ἅμα τὴν πρὸσ αὑτὸν εὔνοιαν ἐνεργασάμενοσ τοῖσ ἀνδράσιν. (Plutarch, Cato the Younger, chapter 9 4:1)
(플루타르코스, Cato the Younger, chapter 9 4:1)
- ἐδήλωσε δὲ Ἄππιοσ Κλαύδιοσ, ἀνὴρ ὑπατικὸσ καὶ τιμητικὸσ καὶ προγεγραμμένοσ κατ’ ἀξίωμα τῆσ Ῥωμαίων βουλῆσ καὶ πολὺ φρονήματι τοὺσ καθ’ αὑτὸν ὑπεραίρων. (Plutarch, Tiberius Gracchus, chapter 4 1:2)
(플루타르코스, Tiberius Gracchus, chapter 4 1:2)
- φύσει δὲ πολὺ τοὺσ ἄλλουσ ἅπαντασ ὑπεραίρων ἐζήλωσε τά τε περὶ τὴν τεκτονικὴν τέχνην καὶ τὴν τῶν ἀγαλμάτων κατασκευὴν καὶ λιθουργίαν. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 4, chapter 76 1:3)
(디오도로스 시켈로스, Bibliotheca Historica, book 4, chapter 76 1:3)
- τοιγαροῦν διὰ τὴν ἐκ τούτων εὐπορίαν πολλὰ καὶ μεγάλα κατεσκευάσθη κατ’ ἐκείνουσ τοὺσ χρόνουσ ἀναθήματα, ἐν μὲν ταῖσ Συρακούσσαισ ὁ κατὰ τὴν Μῆσον οἶκοσ ὁ ἑξηκοντάκλινοσ ὀνομαζόμενοσ, τῶν κατὰ τὴν Σικελίαν ἔργων ὑπεραίρων τῷ μεγέθει καὶ τῇ κατασκευῇ, ὃν κατεσκεύασε μὲν Ἀγαθοκλῆσ ὁ δυνάστησ, διὰ δὲ τὸ βάροσ τῶν ἔργων ὑπεραίρων τοὺσ τῶν θεῶν ναοὺσ ἐπισημασίασ ἔτυχεν ὑπὸ τοῦ δαιμονίου κεραυνωθείσ, οἵ τε παρὰ τὸν μικρὸν λιμένα πύργοι, τὰσ μὲν ἐπιγραφὰσ ἔχοντεσ ἐξ ἑτερογενῶν λίθων, σημαίνοντεσ δὲ τὴν τοῦ κατασκευάσαντοσ αὐτοὺσ προσηγορίαν Ἀγαθοκλέουσ, ὁμοίωσ δὲ τούτοισ μικρὸν ὕστερον ὑπὸ Ιἕρωνοσ τοῦ βασιλέωσ τό τε κατὰ τὴν ἀγορὰν Ὀλυμπιεῖον καὶ ὁ πλησίον τοῦ θεάτρου βωμόσ, τὸ μὲν μῆκοσ ὢν σταδίου, τὸ δ’ ὕψοσ καὶ πλάτοσ ἔχων τούτῳ κατὰ λόγον. (Diodorus Siculus, Library, book xvi, chapter 83 2:1)
(디오도로스 시켈로스, Library, book xvi, chapter 83 2:1)
유의어
-
to lift or raise up over
- ἀνατείνω (드높이다, 올리다, 높이다)
- ἀνέχω (드높이다, 올리다, 높이다)
- πυργόω (드높이다, 올리다, 높이다)
- ἀνυψόω (드높이다, 칭찬하다, 올리다)
- ἐκκουφίζω (드높이다, 칭찬하다, 올리다)
-
초과하다
-
넘치다
파생어
- αἴρω ([[aeirw]])
- ἀναίρω (추켜세우다, 올리다, 들다)
- ἀνταίρω (to raise against, to rise up against, to rise opposite to)
- ἀπαίρω (빼앗다, 제거하다, 가져가다)
- εἰσαίρω (to bring or carry in)
- ἐναίρω (파괴하다, 죽이다, 파멸시키다)
- ἐπαίρω (들다, 올리다, 들다)
- ἐπαναίρω (추켜세우다, 올리다, 들다)
- καταίρω (내려오다, 내리다, 내려가다)
- κατεναίρομαι (죽이다, 살해하다, 도살하다)
- μεταίρω (넘어가다, 격하게 움직이다, 선동하다)
- παρεξαίρω (to lift up beside)
- συναίρω (균형을 이루다, 평형을 유지하다, 개입하다)