헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σκέπασμα

3군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σκέπασμα σκέπασματος

형태분석: σκεπασματ (어간)

어원: ske/pazw

  1. 덮개, 피난처, 대피소
  1. a covering, shelter

곡용 정보

3군 변화
단수 쌍수 복수
주격 σκέπασμα

덮개가

σκεπάσματε

덮개들이

σκεπάσματα

덮개들이

속격 σκεπάσματος

덮개의

σκεπασμάτοιν

덮개들의

σκεπασμάτων

덮개들의

여격 σκεπάσματι

덮개에게

σκεπασμάτοιν

덮개들에게

σκεπάσμασιν*

덮개들에게

대격 σκέπασμα

덮개를

σκεπάσματε

덮개들을

σκεπάσματα

덮개들을

호격 σκέπασμα

덮개야

σκεπάσματε

덮개들아

σκεπάσματα

덮개들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ τῶν σκεπασμάτων ὑποπετάσματα μὲν ἄλλα, περικαλύμματα δὲ ἕτερα· (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 136:4)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 136:4)

  • καὶ τοίνυν τὴν τῶν ὁλοσχίστων σκεπασμάτων θεραπείαν δερματουργικὴν καὶ τὰσ τῶν στεγασμάτων, ὅσαι τε ἐν οἰκοδομικῇ καὶ ὅλῃ τεκτονικῇ καὶ ἐν ἄλλαισ τέχναισ ῥευμάτων στεκτικαὶ γίγνονται, συμπάσασ ἀφείλομεν, ὅσαι τε περὶ τὰσ κλοπὰσ καὶ τὰσ βίᾳ πράξεισ διακωλυτικὰ ἔργα παρέχονται τέχναι φραγμάτων, περί τε γένεσιν ἐπιθηματουργίασ οὖσαι καὶ τὰσ τῶν θυρωμάτων πήξεισ, γομφωτικῆσ ἀπονεμηθεῖσαι μόρια τέχνησ· (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 141:4)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 141:4)

  • καὶ τί δεῖ, φησί, τοσούτων ὄντων σκεπασμάτων; (Dio, Chrysostom, Orationes, 16:4)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 16:4)

  • καὶ δὴ καὶ χορείασ πάσασ εἰσ τὰσ ἀριστείασ τὰσ κατὰ πόλεμον βλεπούσασ χορεύειν, καὶ ὅλην εὐκολίαν τε καὶ εὐχέρειαν ἐπιτηδεύειν τῶν αὐτῶν εἵνεκα, καρτερήσεισ τε αὖ σίτων καὶ ποτῶν καὶ χειμώνων καὶ τῶν ἐναντίων καὶ κοίτησ σκληρᾶσ, καὶ τὸ μέγιστον, τὴν τῆσ κεφαλῆσ καὶ ποδῶν δύναμιν μὴ διαφθείρειν τῇ τῶν ἀλλοτρίων σκεπασμάτων περικαλυφῇ, τὴν τῶν οἰκείων ἀπολλύντασ πίλων τε καὶ ὑποδημάτων γένεσιν καὶ φύσιν· (Plato, Laws, book 12 12:1)

    (플라톤, Laws, book 12 12:1)

  • καὶ τῶν σκεπασμάτων τὰ περιττὰ ἀφῃρέθη, οἵ τε ἀνώνυμοι κατάρροι καὶ σφάκελοι περὶ τὰσ φλέβασ καὶ τὰ νεῦρα ἀπεπαύσαντο. (Aristides, Aelius, Orationes, 2:14)

    (아리스티데스, 아일리오스, 연설, 2:14)

유의어

  1. 덮개

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION